| Το Ντούο Της Μπελβίλ 5 |
| Συντάχθηκε από τον/την Αφροδίτη Νικολαΐδου - Κατερίνα Πολυχρονιάδη |
| Ημερομηνία Δημοσίευσης: Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008 |
![]() Οι ταινίες που ξεχωρίσαμε από το διαγωνιστικό είναι τα «Flower Ιn Τhe Ρocket», «Wonderful Town» (πρώτη και δεύτερη φωτό αντίστοιχα) και «Go With Peace Jamil» που όλες τους βραβεύτηκαν καθώς επίσης τέσσερις ταινίες με πολύ ιδιαίτερη ματιά, τόσο στιλιστικά όσο και θεματικά: Τη σουηδική «Ο Βασιλιάς Του Πινγκ Πονγκ», την ολλανδική «Shanghai Trance» (τρίτη φωτό), την ελληνική «Ιστορία 52» (τελευταία φωτό) και την ισπανική «Rec» που μπορεί να μην ήταν στο διαγωνιστικό αλλά ήταν από τα καλύτερα πράγματα που είδαμε. Οι τρεις βραβευμένες ταινίες ανήκουν περισσότερο σε έναν κινηματογράφο που αντιδρά αμέσως στα νέα φαινόμενα και στα σύγχρονα προβλήματα. Το ευαίσθητο και ταυτόχρονα σκληρό «Flower In The Pocket» του Λιου Σινγκ Τατ από τη Μαλαισία αποδίδει με απολαυστικό τρόπο την αναπαράσταση του κόσμου των παιδιών σε μονογονεϊκές οικογένειες. Η κινηματογραφική γραφή του γίνεται σχεδόν παιδική, με μεγάλους ουρανούς να κυριαρχούν και τη δράση των προσώπων να εμφανίζεται στην άκρη του κάδρου, όπως στις παιδικές ζωγραφιές. Το «Wonderful Town» του Ταϊλανδού Αντάιτγια Ασαράτ διαπραγματεύεται μια ερωτική ιστορία σε ένα ερημωμένο από το τσουνάμι χωριό. Με ύφος αποδραματοποιημένο και δανειζόμενο στοιχεία από τον κοινωνικό ρεαλισμό το «Wonderful Town» καταφέρνει να εκπλήξει με το σκληρό και αναπάντεχο φινάλε του. Το «Go With Peace Jamil» του Δανού - αλλά αραβικής καταγωγής - Ομάρ Σαργκάουι εξέπληξε με τη σύγχρονη γραφή του (γρήγορο, με πολλά κοντινά πλάνα και αδυσώπητα εν τέλει ανθρώπινο παρ’ όλη τη βία του) στην προσπάθεια να περιγράψει έναν πολυεθνικό και συγκρουόμενο κόσμο (ευτυχώς θα βγει στην Ελλάδα από τη Seven Films). ![]() Πραγματικά όμως θαυμάσαμε τις ταινίες που δεν «έπαιξαν» στα βραβεία. Το «Ο Βασιλιάς Του Πινγκ Πονγκ» του Τζενς Τζόνσον, με ένα βραβείο ήδη στο Sundance, μας εξέπληξε με την κινηματογραφική περιγραφή του ευαίσθητου, γλυκού αλλά και οδυνηρού κόσμου της εφηβείας. Το soundtrack και οι ερμηνείες των πιτσιρικάδων εκπληκτικές, στη φωτογραφία κυριαρχούν τα λευκά και τα παστέλ χρώματα και η ατμόσφαιρα θυμίζει κάτι από Ρόι Αντερσον (σε μια πιο mainstream εκδοχή). Το «Shanghai Trance» είναι η ταινία του Ντέιβιντ Βέρμπικ, ενός νεαρού Ολλανδού που η μεγάλη του αγάπη για το ασιατικό σινεμά τον οδήγησε στη Σαγκάη όπου και ολοκλήρωσε μια ταινία με κινεζικό καστ, στην τοπική γλώσσα και με έντονες αναφορές στον σινεμά του Χου Χσιάο Χσιέν. Με απλότητα και ενίοτε με μια ποπ αισθητική η οποία όμως καταφέρνει να ξεφύγει απλά από την επιφάνεια το «Shanghai Trance» συνθέτει μια αλληγορία για την σύγχρονη μητροπολιτική εμπειρία, για τις αβαθείς σχέσεις των ανθρώπων και την ανάγκη για τρυφερότητα. Η Σαγκάη είναι υπέροχα κινηματογραφημένη από κάποιον που φαίνεται να την αγαπάει πολύ, κυρίως επειδή την έχει ερωτευτεί μέσα από το σινεμά. ![]() Τέλος εννοείται ότι παρευρεθήκαμε στην παγκόσμια πρεμιέρα της ελληνικής συμμετοχής στο διαγωνιστικό πρόγραμμα και η αλήθεια είναι ότι εντυπωσιαστήκαμε! Στιλιστικά το «Ιστορία 52» του Αλέξη Αλεξίου συνδυάζει πολλές αρετές: Η σκηνοθεσία (ανοίκειες γωνίες λήψεις), η υφή της εικόνας και ο φωτισμός (εξπρεσιονιστική κοκκώδης αισθητική), το μοντάζ (γρήγορο, νευρικό αλλά ταυτόχρονα λειτουργικό), ο σχεδιασμός ήχου κάπου ανάμεσα σε μουσική και ήχο περιβάλλοντος αλλά και η εκπληκτική μουσική των Felizol και Peekay Tayloh δημιουργούν μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, ενίοτε κλειστοφοβική (βοηθά και το cinemascope) και ταυτόχρονα εντυπωσιακή. Αλλά αυτό θα ήταν απλά μια κενή φόρμα αν το στιλ δεν έδενε απόλυτα με τις ερμηνείες και το θέμα της ταινίας, με τους λαβυρίνθους του μυαλού μας σε κατάσταση ερωτικού παροξυσμού. Αν «ερωτευμένος είναι αυτός που περιμένει» (αναφορά στο αγαπημένο μας Ρολάν Μπαρτ) τότε ο ήρωας της ταινίας είναι καταδικασμένος σε μια αιώνια προσμονή. Πρόκειται για μιαν αναπαράσταση της διαρκής ερωτικής αναμονής με μαεστρία που μπορεί εύκολα να σε απομακρύνει από το πραγματικό. ![]() Εκτός διαγωνιστικού το «Rec» ήταν ότι πιο τρομακτικό έχουμε δει από τότε που ήμασταν πιτσιρίκες! Οι δύο τελευταίες ταινίες που μας έκαναν να τρομάξουμε πραγματικά και να μην μπορούμε να κοιμηθούμε είναι τα «Η Λάμψη» του Κιούμπρικ και «Ο Εξορκιστής» του Φρίντκιν και αυτό μάλλον γιατί όταν τις είδαμε για πρώτη φορά, όπως υπολογίσαμε, πρέπει να ήμασταν γύρω στα έντεκα με δώδεκα. Το «Rec» σε γυρνά στο πρωτογενές αίσθημα της κινηματογραφικής διασκέδασης. Το σινεμά σαν roller coaster είναι η πιο κοντινή μεταφορά για να περιγράψει κανείς μια ταινία που ξεκινά από την αρχική ιδέα του «The Blair Witch Project» (παρακολουθούμε προφανώς την κασέτα ενός ρεπορτάζ) και φτιάχνει ένα άρτια κατασκευασμένο θρίλερ με πολλά χιουμοριστικά στοιχεία, τόσα όσα χρειάζονται ώστε την κατάλληλη στιγμή, εκεί που νομίζεις ότι θα γελάσεις…τσιρίζεις! ![]() Η τελευταία μας επίσκεψη πριν επιστρέψουμε από το Ρότερνταμ ήταν το Dragons Inn. Από εκεί αυτό που μας εντυπωσίασε είναι η εγκατάσταση/περιβάλλον του Τσάι Μι Λιάνγκ. Μια κατασκευασμένη αίθουσα με πολλούς καθρέφτες όπου, αντί να βλέπεις ταινία, παρακολουθείς στην οθόνη τους κινηματογραφημένους θεατές μιας άλλης παράστασης. Στην αρχή φαίνεται απλοϊκό: Καθρέφτες, οθόνη, θεατές. Είναι φανερό ότι πρόκειται για μια αναπαράσταση της μεταφοράς του κινηματογράφου σαν καθρέφτη. Αλλά πέραν του λογικού συμπεράσματος που θα βγάλει κάποιος βλέποντας τη διαμόρφωση του χώρου το περιβάλλον του Τσάι Μι Λιάνγκ λειτουργεί πάνω στο συναίσθημα. Όσο κάθεσαι μέσα στο χώρο το συναίσθημα που σε κατακλύζει είναι ζεστό, οικείο και ταυτόχρονα εκστατικό: Βρίσκεσαι σε μια παλιά λαϊκή κινηματογραφική αίθουσα χρόνια πριν και είναι η πρώτη σου φορά - η πρώτη φορά που είδες σινεμά! Σε λίγο θα μπούμε να παρακολουθήσουμε για δεύτερη φορά (μετά την προβολή στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) το «Διόρθωση» του Θάνου Αναστόπουλου. Η ταινία συμμετέχει στο Forum της Berlinale και περιμένουμε να ακούσουμε τα καλύτερα σχόλια μιας και ο δημιουργός της κατάφερε να κάνει τη σκηνοθεσία δράση και να φτιάξει μια ολοκληρωμένη, βαθιά πολιτική ταινία που συνδιαλέγεται με το πιο απτό πολιτικό μόρφωμα, την ίδια την πόλη. Σε τρεις ημέρες επιστροφή στο Παρίσι...Θυμηθήκαμε πού ακριβώς θέλουμε να πάμε! |



















