 Η αρχή της δημοσίευσης των ουκ ολίγων συνεντεύξεων που πήραμε κατά τη διάρκεια του πρόσφατου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου γίνεται με αυτή του Φοίβου Καλλίτση με τους δύο βασικούς συντελεστές του «Mauvaise Fois» («Bad Faith» επί το...αγγλικότερο) το οποίο από σήμερα προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες.
Τους συνάντησα στο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου με αφορμή την ταινία τους «Κακοπιστία» («Mauvaise Fois»). Μετά λοιπόν την επιτυχία στη Γαλλία και τα βραβεία Σεζάρ (ή αλλιώς «γαλλικά Όσκαρ») ο Ροσντί Ζεμ (ηθοποιός, σκηνοθέτης και σεναριογράφος και φυσικά στη φωτό) και ο Πασκάλ Ελμπέ (ηθοποιός και συν-σεναριογράφος) έρχονται να συναντήσουν το ελληνικό κοινό με μία γλυκιά ρομαντική κωμωδία που δεν στέκεται σε όμορφα πρόσωπα και χαμόγελα. Από τις ωραίες εκπλήξεις του φεστιβάλ που πλέον μπορείτε να δείτε και κανονικά στις αίθουσες...
Γεια σας, είμαι ο Φοίβος από το Movieworld…
Ροσντί Ζεμ: Καλησπέρα, με λένε Ροσντί Ζεμ, είμαι ηθοποιός και ο σκηνοθέτης του «Κακοπιστία». Κι εσένα πώς σε είπαμε φίλε μου;
Πασκάλ Ελμπέ: Έλα ντε…Είμαι ο Πασκάλ Ελμπέ, ένας από τους ηθοποιούς της ταινίας και επίσης συν-σεναριογράφος.
Αυτό που κερδίζει τον θεατή στην ταινία είναι ένα πολιτικό θέμα που αναδύεται μέσα από μία ρομαντική κωμωδία. Πώς προέκυψε αυτό;
Ρ. Ζ.: Αυτό που ήθελα εξαρχής να τονίσω είναι η κατάσταση στη σημερινή Γαλλία. Η Γαλλία ήταν πάντα μία χώρα όπου διαφορετικές κοινότητες αναμιγνύονταν, ήταν από την αρχή μια δημοκρατία των κοινοτήτων. Σταδιακά αυτές οι κοινότητες εισχωρούν η μία στην άλλη και εμπλέκονται οπότε άρχισα να αναρωτιέμαι πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο και πώς λειτουργεί αυτή η σχέση όσμωσης. Αυτό ήταν το κυρίαρχο θέμα μου και ήθελα να το κάνω με μία ιστορία αγάπης. Είναι το είδος της ταινίας που σου επιτρέπει να διαπιστώσεις και να σχολιάσεις πράγματα με χιούμορ.
Δεν είχατε το φόβο του να γίνει ακόμη μία ιστορία ενός έρωτα με δυσκολίες;
Ρ. Ζ.: Καθόλου, ακριβώς το αντίθετο. Μου άρεσε αυτή η πιθανή αίσθηση του ότι έχει ξανασυμβεί και ότι θα ξαναγίνει. Στη Γαλλία υποτίθεται ότι έχουμε επιτύχει την κοινωνική ειρήνη και υπάρχει δημοκρατία εδώ και χρόνια αλλά σίγουρα δεν έχουμε το έχουμε καταφέρει σε όλα τα επίπεδα. Υπάρχει λοιπόν κάτι ανατρεπτικό στο να μιλήσεις για μια τέτοια ιστορία, μια ιστορία που δείχνει ότι δεν είναι όλα όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι είναι.
Γιατί λοιπόν μία Εβραία και ένας μουσουλμάνος και όχι ένας άλλος συνδυασμός;
Ρ. Ζ.: Έχεις δίκιο. Οι δύο θρησκείες δεν είναι κάτι παραπάνω από μία αφορμή. Θα μπορούσε σίγουρα να είναι οποιοσδήποτε άλλος συνδυασμός και όχι απαραίτητα θρησκευτικός ο διαχωρισμός. Θα μπορούσε να είναι απλά ένας άνδρας και μια γυναίκα, ένας αστός και μια μετανάστρια, ένας προτεστάντης και μία καθολική. Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε για ώρες αναφέροντας ανάλογα παραδείγματα αλλά έτσι κι αλλιώς η ιστορία λειτουργεί πιο πολύ συμβολικά. Απλά όταν γράφαμε το σενάριο επικεντρωθήκαμε πιο πολύ σε όσα μας αφορούσαν περισσότερο και αισθανόμασταν πιο κοντά μας. Γιατί ήταν παραδόσεις και ήθη που μας εξέφραζαν, μπορούσαμε να κριτικάρουμε, γνωρίζαμε και είχαν να κάνουν με το ποιοι είμαστε σήμερα.
Σχετίζεται η κατάσταση που περιγράφετε με τα πρόσφατα επεισόδια στο Παρίσι και τις εξεγέρσεις;
Ρ. Ζ.: Δεν θα το έλεγα. Η όλη ιστορία ήταν αρκετά προβλέψιμη. Όταν τα προάστια είναι εγκαταλειμμένα από το κράτος και ζουν στα όρια είναι λογικό λοιπόν κάποια στιγμή να υπάρξει ένα ξέσπασμα. Δεν υπάρχει κάποια έκπληξη σε αυτό. Εγώ όμως μίλησα περισσότερο για τα προάστια όπως τα έχω ζήσει και τα γνωρίζω, στην ταινία μιλώ για την πλειονότητα όσων ζουν εκεί και ήθελα να αποφύγω τα κλισέ που παρουσιάζουν τα προάστια του Παρισιού με τους φανατικούς μουσουλμάνους και τους θρησκόληπτους Εβραίους. Μπορεί μια βίαιη εικόνα να ταράσσει περισσότερο και να δίνει ένα πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα αλλά δεν αντιπροσωπεύει τη Γαλλία, απλά απεικονίζει ένα μικρό κομμάτι της.
Πάντως σίγουρα είναι ένα σχόλιο επάνω στο ρατσισμό...
Ρ. Ζ.: Σίγουρα αν και δεν έχει να κάνει με το ρατσισμό ως φιλοσοφία όσο με το φόβο του αγνώστου.
Π. Ε.: Στη Γαλλία υπάρχει πάντα η τάση να κατηγορείς τον ξένο, τον άλλο για όσα συμβαίνουν. Και έχει να κάνει περισσότερο με τη συμβίωση όλων αυτών των ομάδων, την αίσθηση ότι ο άλλος σου τρώει το ψωμί, σου στερεί κάτι.
Ρ. Ζ.: Από τη στιγμή που δεν είμαστε μόνοι μας αρχίζουν να υπάρχουν προβλήματα και θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να ξεπεραστούν. Αλλά είναι περίεργο που στη Γαλλία οι μετανάστες τρίτης γενιάς δεν έχουν ακόμα αφομοιωθεί πλήρως στη χώρα...
Υπήρξαν αλλαγές στις ιδέες κατά τη συνεργασία σας; Άλλαξαν πράγματα από τις αρχικές εικόνες που είχατε φανταστεί;
Ρ. Ζ.: Κατά βάση είναι μία κοινή δουλειά.
Π. Ε.: Βρισκόμασταν, συζητούσαμε, εντοπίζαμε τί μας ενδιαφέρει, φτιάχναμε ένα σκελετό, εξελίσσαμε την ιστορία και στη συνέχεια ο καθένας δούλευε μόνος του διάφορα κομμάτια που του κινούσαν την προσοχή και μετά ξανασυναντιόμασταν. Προέκυψε φυσικά και χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια.
Γιατί ο χαρακτήρας σου ξαφνικά αποκτά πρόβλημα με τη σχέση; Γιατί ουσιαστικά αυτός είναι που δημιουργεί την όλη ιστορία.
Ρ. Ζ.: Τον τρομάζει το άγνωστο, δεν έχει ιδέα ποια θα είναι η συνέχεια. Δεν ξέρει πώς πρέπει να συμπεριφερθεί, είναι μία κατάσταση που τον φοβίζει. Είναι το παιδί που αλλάζει τα πράγματα και ορίζει ότι δεν είμαστε πλέον μόνοι και πρέπει όντως να ζήσουμε μαζί.
Και γιατί βάζετε ως μεγαλύτερα εμπόδια στην όλη σχέση τις μητέρες των δύο ηρώων; Το βασικό πρόβλημα πηγάζει από αυτές και όχι από όλη την οικογένεια...
Ρ. Ζ: Δε μπορώ να το εξηγήσω απόλυτα αλλά πιστεύω ότι έχει να κάνει με το φόβο, όχι τόσο ως προς τη μητέρα αλλά τον φόβο του να απογοητεύσεις τη μητέρα σου.
Π. Ε.: Είναι μάλλον ένα μεσογειακό χαρακτηριστικό αυτό, η σχέση μας με τη μητέρα. Νιώθουμε μία ευθύνη προς την μητέρα, ίσως γιατί μας έφερε στον κόσμο.
Πώς ήταν η αίσθηση της απόκτησης ενός Σεζάρ;
Ρ. Ζ.: Σίγουρα είναι μία αναγνώριση και μία επιτυχία όμως το Σεζάρ είναι ακόμη ένα βραβείο και σε ένα χρόνο θα το έχουν ξεχάσει όλοι.
Π. Ε.: Είναι πολύ πιο σημαντικό το γεγονός ότι η ταινία βρήκε το κοινό της και την αγάπησε ο κόσμος. Για εμάς αυτό μετράει περισσότερο από όλα...
Ρ. Ζ.: Σίγουρα ένα Σεζάρ βοηθάει και την ίδια την ταινία να γίνει πιο γνωστή αλλά η δική μας ικανοποίηση ήταν ότι το κοινό ανταποκρίθηκε σε αυτή τη δουλειά.
Παρ’ ότι λοιπόν η «δική μας» Φωτεινή Σίμου είχε μάλλον διαφορετική γνώμη εμείς θα ευχηθούμε να τιμήσει και το ελληνικό κοινό με την προσέλευση του στις αίθουσες την δουλειά σας, αν μη τι άλλο είναι πολύ πιο τίμια και ειλικρινής από τις τόσες σοβαροφανείς αλλά και ανούσιες κατά βάθος απόπειρες κατάδειξης κοινωνικών θεμάτων που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στην μεγάλη οθόνη... |