Τρίτη, 07 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχική Σελίδα Εξώστης Νίκος Νικολαΐδης: Αντίο σε ένα «κουρέλι» που δεν θα πάψει ποτέ να τραγουδάει μέσα από το σελιλόιντ...

Νίκος Νικολαΐδης: Αντίο σε ένα «κουρέλι» που δεν θα πάψει ποτέ να τραγουδάει μέσα από το σελιλόιντ...
Συντάχθηκε από τον/την Πέτρο Αλμπάνη   
Ημερομηνία Δημοσίευσης: Σάββατο, 08 Σεπτεμβρίου 2007
 Νίκος Νικολαΐδης: Αντίο σε ένα «κουρέλι» που δεν θα πάψει ποτέ να τραγουδάει μέσα από το σελιλόιντ...
Ο Πέτρος Αλμπάνης αποχαιρετά τον μοναδικό ίσως δημιουργό που άφησε την σφραγίδα του στο ελληνικό σινεμά γιατί επέμενε πεισματικά να κάνει ταινίες μόνο για τον εαυτό του και για κανέναν άλλο... Θυμάμαι τον εαυτό μου να συγκινείται και να «λιώνει» στην μπαρουτοκαπνισμένη και κατάμεστη αίθουσα «Φρίντα Λιάππα» του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το Νοέμβριο του 2002 παρακολουθώντας το «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Ολα» του Νίκου Νικολαΐδη με τον Γιάννη Αγγελάκα και τον (υιό) Συμεών Νικολαΐδη στο καστ να «τα «δίνουν όλα». Και σιγοτραγουδώντας το ρεφρέν «Ο χαμένος τα παίρνει όλα…», άμα τη ξαφνική είδηση του θανάτου του στα εξήντα οκτώ του μόλις χρόνια, αναρωτιέμαι – μεγαλόφωνα -αν πράγματι όλα τελικά είναι παιχνίδια της μοίρας...Γιατί θα έπρεπε άραγε να περάσουν τόσα χρόνια για να τιμήσει το Φ.Κ.Θ. τον λαμπρό αυτό δημιουργό με μια πλήρη ρετροσπεκτίβα στο έργο του (στην εφετινή τεσσαρακοστή όγδοη διοργάνωση) και συγχρόνως να την αποδεχτεί κι αυτός που τόσες φορές είχε αρνηθεί γιατί άλλοτε τον γιουχάιζαν και άλλοτε τον εξυμνούσαν (οι θεατές φυσικά γιατί με τους κριτικούς δεν τα πήγε ποτέ καλά!); Ρητορικό φυσικά το ερώτημα για ένα από τα διαμάντια της «γλυκιάς συμμορίας» του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου που δεν είναι πλέον μαζί μας. Και με μουσική υπόκρουση το βραχνό πιάνο του Γιώργου Χατζηνάσιου και μια θλιμμένη φυσαρμόνικα από το score του «Γλυκιά Συμμορία» βυθίζομαι στην πρώτη ανάμνηση μου από το έργο ενός εκ των πλέον ανατρεπτικούς εκπροσώπους του ελληνικού σινεμά...



Μόλις στα δέκα εννέα μου έτυχε να δω την «Ευρυδίκη Β. Α. 2037» γιατί απλά μου είχε εξιτάρει τη φαντασία ο αινιγματικός τίτλος και το ακόμη πιο μυστηριακό εξώφυλλο. Η πρώτη μεγάλου μήκους του ταινία γυρισμένη το 1975 και με ιδιαίτερο προσωπικό ύφος το οποίο τον χαρακτήρισε και στα τριάντα χρόνια της δημιουργίας του. Απ’ την κόλαση βγαλμένη η (ασπρόμαυρη...) Ευρυδίκη σαν το ομώνυμο Μποντλερ-ικό ποίημα με τον κωδικό ΒΑ 2037, όπως ακριβώς και ο αριθμός του αυτοκινήτου του Νικολαΐδη! Με το ζενερίκ της αρχής, σαν νερό σε καμένη περιοχή, πέφτουν εικόνες «κλασάτες». Η Βέρα Τσέχοβα με πλουμιστό φόρεμα και μια λευκή ζακέτα με «ανοιχτό» στήθος. Ερωτεύσιμη...Τσιμπάω κι εγώ! Σκηνικό το μεγαλοπρεπές -συμβολικό σπίτι του Νικολαΐδη, παρόν σ’ όλες τις ταινίες του, πάντα μαζί με την άνυδρη μονίμως πισίνα. Μακάρι να αξιοποιηθεί και να γίνει μουσείο…Οπερατέρ ο πρωτοπόρος Γιώργος Πανουσόπουλος με close ups που θυμίζουν Κασσαβέτη. Ένα όνειρο, απολύτως σινεφίλ...Η Ευρυδίκη ονειρεύεται πτώματα σε σελοφάν από το μεταγενέστερο «Τα Κουρέλια...». Και ένας εμετός σε αντίστροφη κίνηση! Ένα αίσθημα παρακολούθησης πλανάται διαρκώς στην ταινία. Πραγματικό, φανταστικό, ποιος νοιάζεται; Έγκλειστη είναι η Ευρυδίκη, παγιδευμένη. Κανείς δεν την τραβάει έξω από την κόλαση της. Ο δικός της Μεσσίας είναι πιο παρανοϊκός απ’ αυτήν. Κάποιοι Ιταλοί κριτικοί είπαν ότι πρόκειται για το πρόσωπο της Ελλάδας εγκλωβισμένο από κοινωνικά ταμπού, εμφυλίους, κοινωνικές και αισθητικές ανισότητες. Ίσως...Αυτό που θυμάμαι πάντως απ’ αυτήν την αινιγματική ταινία είναι οι ανεμιστήρες (…), οι εμμονοληπτικές λατρείες του δημιουργού όπως το νερό και γενικά ο αισθητικός - και χωρίς περίσσιες αλληγορίες...- φετιχισμός.



Ο Νίκος Νικολαΐδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Σπούδασε σκηνοθεσία στη σχολή Σταυράκου και σκηνογραφία στη σχολή Βακαλό. Ξεκίνησε ως παραγωγός σε δισκογραφική εταιρία και στη συνέχεια εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτης δίπλα στον Βασίλη Γεωργιάδη. Στη σκηνοθεσία πρωτοεμφανίζεται το 1962 με την μικρού μήκους ταινία «Lacrimae Rerum». Ακολουθούν τα «Ευρυδίκη...» και «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» το 1979. Ένα μελαγχολικό και αφυπνιστικό ρέκβιεμ για την επανάσταση (ατομική, συλλογική, ότι θέλετε…) που δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Ο Νικολαΐδης χτύπησε δυνατά το ταμπούρλο αλλά ο ήχος πνίγηκε στην τότε φασαριόζα - αλλά ουσιαστικά βουβή...- πολιτικοποιημένη εποχή. Γαλλικός Μάης, οράματα που έμειναν στα προσχέδια, νοσταλγία, καλυμμένος ρομαντισμός για μια γενιά που πρόδωσε (κυρίως) και προδόθηκε. Κάποτε αποκήρυσσε τα κοινωνικά ταμπού, τώρα απλά τα λατρεύει…Και ένας καταλυτικός μικροαστισμός που μόλις έκανε τα πρώτα του βήματα. Μια ταινία που αρχικά είχε απαγορευτεί από την τότε κυβέρνηση γιατί ήταν κοινωνικά αιχμηρή και κυνική. Έτσι βάφτισαν τότε τον αυτοσαρκασμό…Με ένα Κωνσταντίνο Τζούμα να λάμπει (γιατί άραγε σήμερα κάποιος δεν τον αξιοποιεί;) και με μια Βέρα (Όλια Λαζαρίδου) που όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Νικολαΐδης: «Βέρα είναι το όνομα μιας ηλικίας που χάθηκε για πάντα, το όνομα της αθωότητας που ποτέ δεν ξαναγυρνάει». Και μεταλλάσσεται σήμερα σε εφιάλτη...



Μετά από τέσσερα χρόνια υπογράφει το «Γλυκιά Συμμορία» που σαρώνει τα βραβεία στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και πλέον ο Νικολαΐδης ανακηρύσσεται και επίσημα ως ο πλέον ανατρεπτικός σκηνοθέτης στην Ελλάδα. Η ταινία αυτή σηματοδότησε την απαρχή μιας εποχής που θα προσκυνούσε ως θεό τον αμοραλισμό και τον καταναλωτισμό. Η «Γλυκιά Συμμορία» ήταν μια ομάδα που είχε επιλέξει να ζει ποιητικά. Για φανταστείτε το, ζην αισθητικώς...Χρόνια μπροστά από τους άλλους. Πλήρης κατάργηση της σύμβασης, καμία υπακοή στους νόμους. Οτιδήποτε αντιτίθεται στο αισθητικό πρίσμα της συμμορίας πετιέται ή σκοτώνεται. Μεγαλειώδες, η δικιά μου κορυφή. Juke box, κινηματογραφικές αφίσες παντού, το sentimental πιάνο του Χατζηνάσιου, γυναίκες βαμπίρ αλλά και πιο ευαίσθητες - η άλλη όψη του νομίσματος - (εκπληκτική η σκηνοθέτρια σήμερα Δώρα Μασκλαβάνου) και μια εικαστική κορυφή (από τη σύντροφο του Νικολαΐδη, την Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου), όλα στην υπηρεσία μιας συνειδητής περιθωριοποίησης. Και το μποέμικο - ενάντια σε κάθε έκπτωση -αεράκι της «συμμορίας» που αποτέλεσε μεγάλο εμπορικό heat στην εποχή της μεταφέρει νοερά τον σκηνοθέτη στο «Πρωινή Περίπολος» του 1987, ένα κατάμαυρο sci-fi φιλμ. Ο Νικολαίδης «αυτοκτονεί» κινηματογραφικά σκηνοθετώντας μια θεοσκότεινη, μακάβρια, κατατονική ταινία. Εντελώς κλειστό το σύμπαν του, χωρίς περιθώρια να εισχωρήσει ο «μέσος» θεατής. Η αισθητική όμως επιμένει και από τις «γρίλιες» του φιλμ διαφαίνεται ένας φουτουρισμός, παλαιού τύπου μεν άξιος λόγου δε...



Και ξαφνικά ο Νικολαΐδης στρίβει απότομα το τιμόνι και σερβίρει το πιο εκρηκτικό κοκτέιλ του ελληνικού σινεμά, το «Singapore Sling» (1990). Πραγματικό ηλεκτρικό σοκ στην πτωτική πορεία του νέου ελληνικού κινηματογράφου, «Ένα καλλιτεχνικό πορνό» όπως - μάλλον ατυχώς...- το χαρακτήρισαν πολλοί. Γιατί το φιλμ, με το «δολοφονικό» και φιλήδονο ντουέτο των Μισέλ Βάλεϊ - Μέρεντιθ Χέρολντ, κρύβει καλά κάτω από τον προκλητικό του μανδύα ένα συναισθηματικό μανιφέστο, ένα παιχνίδι αρσενικού - θηλυκού (στις κατηγορίες για μισογυνισμό ο Νικολαΐδης απαντούσε ότι όσοι τα λένε αυτά είναι ανέραστοι και ηλίθιοι), σεξ και θανάτου, ένα ψυχογράφημα χαρακτήρων στα όρια και έναν φόρο τιμής στο νουάρ του αγαπημένου του σκηνοθέτη, του Ρόμπερτ Όλντριτζ. Περνάνε εννέα χρόνια μέχρι να επανεμφανιστεί και πάλι με το «Θα Σε Δω Στην Κόλαση Αγάπη Μου», ένα βέβηλο και αιρετικό νεκρορομάντζο που συνδυάζει (όχι με επιτυχία είναι η αλήθεια...) το «Singapore Sling» με το «Τα Κουρέλια» με καταλύτη έναν υγρό, σκοτεινό ερωτισμό. Μια απαστράπτουσα Βαλέρια Χριστοδουλίδου και ένας αυθεντικός, ευδαιμονικός ρεαλισμός σε άνιση δόση…



Το 2002 γυρίζει το «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα» με την εμβληματική φιγούρα του Γιάννη Αγγελάκα κλείνοντας έτσι τους λογαριασμούς του με την επονομαζόμενη τριλογία «των χρόνων της χολέρας». Μιλάει για όσα συμβαίνουν πίσω από τις σκοτεινές πόρτες της πόλης, για ρομαντικούς δραπέτες σε εξωτικά νησιά, για τη μοναξιά, το αδιέξοδο, την ελαφρότητα του είναι όταν έχεις χάσει αλλά κυρίως για το ρίσκο που κανείς παίρνει ή δεν παίρνει. Το περιθώριο ιδωμένο με μια σύγχρονη οπτική από έναν γνήσιο filmmaker...Κύκνειο άσμα του το «The Zero Year» το 2005. Ένα φιλμ που πάλλεται από υπόγεια ειρωνεία και ερωτισμό, ένα κουαρτέτο γυναικών που είναι αναγκασμένες να ζουν σε έναν χώρο ελεγχόμενο ολοκληρωτικά από τις δυνάμεις καταστολής. «Μ’ αυτή την ταινία λέω αντίο στον κινηματογράφο. Δεν μ’ενδιαφέρει πια ο κινηματογράφος. Κουράστηκα και θέλω να κάνω άλλα πράγματα...» είπε τότε ο Νικολαΐδης και τελικά ήταν ο θάνατος που τον έκανε να κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι τον είχε κουράσει ο κρατικοδίαιτος ελληνικός κινηματογράφος... Να αναφέρουμε τέλος ότι ασχολήθηκε ελάχιστα και με την τηλεόραση σκηνοθετώντας την τηλεταινία «Το Κορίτσι Με Τις Βαλίτσες» το 1993. Υπήρξε όμως πολύ αξιόλογος συγγραφέας, βιβλία του είναι «Οι Τυμβωρύχοι» (1964), «Ο Οργισμένος Βαλκάνιος» (το πιο γνωστό, 1977), «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» (1980). «Γλυκειά Συμμορία» (1984) και «Γουρούνια Στον Ανεμο» (1993).



Οι ταινίες του διαμόρφωσαν αναμφισβήτητα ένα νέο, εναλλακτικό σινεφίλ κοινό. Εκφραζόταν το ίδιο εύκολα με εικόνες και λέξεις όμως και στις δύο πλευρές του ήταν το ίδιο οργισμένος, ανυπότακτος και εν τέλει ρομαντικός. Ο Νικολαΐδης ήταν ένας βαθιά προσωπικός δημιουργός, ο πιο σκοτεινός - στη σφαίρα του cult πλέον...- Ελληνας (χωρίς όμως ευτυχώς να είναι ελληνοκεντρικός!) σκηνοθέτης που φλέρταρε με τους ρυθμούς του αμερικανικού σινεμά, αδιαφορούσε για τις λαϊκές - υποκριτικά φυσικά! - αναφορές και τελικά κέρδιζε τις περισσότερες φορές το πλατύ κοινό. «Oι νέοι θεατές μ' αγαπούν όχι γιατί είμαι «οργισμένος» όπως μερικοί ισχυρίζονται αλλά γιατί οι ταινίες μου δεν τους απαγόρευσαν ποτέ να με αμφισβητήσουν και ακόμα γιατί με επιμονή αρνήθηκα - γεγονός που το εκτίμησαν - τα δεκανίκια που σε τιμή προσφοράς διανέμει χρόνια τώρα η «καθώς πρέπει» ευρωπαϊκή προοδευτική διανόηση» έλεγε με τον γλαφυρό του τρόπο. Η σκληρή ειρωνεία και η πρόκληση που εξέπεμπαν οι ταινίες του θα αποτελούν πάντα μια χρυσή κληρονομιά στο στυμμένο κινηματογραφικό τοπίο του τόπου μας. Ισως γιατί, όπως έλεγε ο ίδιος «ποτέ δεν ένιωσα επαγγελματίας του κινηματογράφου κι ας δούλεψα σε διαφημιστικά. It's only a movie…».



Αφήνουμε τον επίλογο επίσης στον ίδιο: «Το «οργισμένος» δεν το δέχομαι σαν χαρακτηριστικό μου από την στιγμή που οι συχνότητές μου γέμισαν παράσιτα από διάφορους κάλπηδες που δίνουν συνεντεύξεις και βρίζουν τους πάντες και τα πάντα, δεν έχουν να προτείνουν κάτι και διεκδικούν ένα χώρο ιδιαίτερο και καθαρό που σίγουρα δεν τους ανήκει και δεν τον εκφράζουν. Tελικά όλοι αυτοί οι «απροσάρμοστοι» συγκροτούν ένα μέρος του συστήματος που ενεργεί σαν προπέτασμα καπνού για να μπορούν από πίσω να δουλεύουν ανενόχλητοι οι κρατικοί μηχανισμοί και αλίμονο στους κάποιους γνήσιους που πέφτουν στην παγίδα του «επώνυμου» χωρίς ποτέ να αναρωτηθούν ποια κέντρα αποφάσεων τους κόλλησαν την ταυτότητα του επώνυμου μοναχικού, οργισμένου, καταραμένου αναρχικού κ.λπ. Eρώτημα που θα προβάλλει αμείλικτο μπροστά τους απ’ τη στιγμή που θα ανακαλύψουν πως το επώνυμο μπορεί να πουλάει αλλά και να πουλιέται κιόλας...». Εμείς θα πούμε απλά ότι ελπίζουμε το μέρος που πήγε, είτε κόλαση λέγεται αυτό είτε παράδεισος, να μοιάζει πολύ με τις ταινίες του. Είναι το μόνο που σίγουρα θα ήθελε...



 
the_million_dollar_hotel.jpg
photo94.jpg
photo7.jpg
photo4.jpg
photo3.jpg
photo9.jpg
photo5.jpg
photo6.jpg
photo8.jpg
photo2.jpg
photo93.jpg
photo1.jpg
photo92.jpg