Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχική Σελίδα Φουαγιέ Μάρκο Γκαστίν: «Οι μετανάστες είναι παραδείγματα προς θαυμασμό και μίμηση»!

Μάρκο Γκαστίν: «Οι μετανάστες είναι παραδείγματα προς θαυμασμό και μίμηση»!
Συντάχθηκε από τον/την Αφροδίτη Νικολαΐδου   
Ημερομηνία Δημοσίευσης: Πέμπτη, 04 Μαΐου 2006
Η Αφροδίτη Νικολαΐδου συνομιλεί με τον σκηνοθέτη του «Μασσαλία, Μακρινή Κόρη» ο οποίος, μέσα από μία νέα σειρά τηλεοπτικών ντοκιμαντέρ του, επιμένει να μας συμφιλιώνει με τον «άλλο», δηλαδή οποιονδήποτε δεν είναι σαν και εμάς. Από τις αρχές της δεκαετίας του '90 ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος, τόσο ο μυθοπλαστικός όσο και το ντοκιμαντέρ, έχει προσπαθήσει να συμμετάσχει με το δικό του τρόπο στις πολιτισμικές αλλαγές που έχουν επέλθει με τη μετανάστευση. Πώς όμως οι προφορικές ιστορίες κινηματογραφούνται χωρίς να χάσουν τον αυθορμητισμό τους μα και χωρίς να γίνουν χάδι στα κουρασμένα μάτια μας; Πώς μεταφέρει κανείς την εμπειρία της μετοίκησης στον κινηματογράφο και την τηλεόραση; Και πώς εν τέλει κάνει την κινούμενη εικόνα έναν τρόπο πολιτισμικής αντίστασης απέναντι σε μια διασπορά εικόνων που στην καλύτερη περίπτωση απλά συμπονάει τους μετανάστες ενώ στη χειρότερη αναπαράγει τις επίσημες ιστορίες της πολιτείας και των στατιστικών; Ο Μάρκο Γκαστίν, σκηνοθέτης του πολυβραβευμένου «Μασσαλία, Μακρινή Κόρη», συνεχίζει την ενασχόλησή του με το θέμα, αυτή τη φορά μέσα από μια νέα σειρά της ΕΡΤ με τον τίτλο «Μικρές Οδύσσειες».

Ο Μάρκο Γκαστίν δύο χρόνια πριν μας είχε αφοπλίσει με την ιστορία της Γετού στο «Μασσαλία, Μακρινή Κόρη». Η Γετού γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μια πόλη που από την αρχαιότητα αποτέλεσε λιμάνι - σταθμό για να χτίσουν οι Ελληνες τις Ιθάκες τους μακριά από την πατρίδα. Ο Γκαστίν ακολουθεί τις διαδρομές της μνήμης αλλά και την ίδια τη Γετού στη γενέτειρα χώρα. Χαρακτηριστικό - και εδώ έγκειται μία σημαντική ιδιαιτερότητα της ταινίας - είναι ότι μεταξύ άλλων η Γετού επισκέπτεται το νησί της γιατί ο κινηματογράφος (και το ιδιαίτερο είδος του που λέγεται ντοκιμαντέρ), πέραν του να αποτελεί παράθυρο στον κόσμο όπως λένε πολλοί, μπορεί να δρα επιτελεστικά, να κάνει τα πράγματα να τελούνται. Τι σημαίνει αυτό; Το ντοκιμαντέρ του Γκαστίν δεν κατέγραψε απλά, έστω και με τον παραμορφωτικό φακό κάθε παρατήρησης, αλλά συνετέλεσε ώστε να πραγματοποιηθεί το ταξίδι της επιστροφής για την Γετού. Και αυτή η επιτέλεση είναι που κάνει την ταινία ξεχωριστή, ζωντανή, σε επαφή με το θέμα της αλλά και με το θεατή...

Με μια τέτοια δουλειά στις αποσκευές του είναι κάτι παραπάνω από ευχάριστο που η ΕΡΤ εμπιστεύτηκε τη νέα ιδέα του με θέμα τη μετοίκηση. Μια σειρά δέκα σαραντάλεπτων επεισοδίων που ξεκίνησαν την Πέμπτη 27 Απριλίου και φιλοδοξούν να μας δώσουν μια νέα οπτική πάνω στο χιλιοειπωμένο θέμα της μετανάστευσης. Σε κάθε επεισόδιο παρελαύνουν με το δικό τους ιδιαίτερο τρόπο άνθρωποι, Ελληνες και ξένοι, που αποφάσισαν ο καθένας για τους δικούς του λόγους να κάνουν το ταξίδι. Άντρες και γυναίκες από διαφορετικές χώρες (ΗΠΑ, Γεωργία, Νιγηρία, Κένυα, Τσετσενία, Ερυθραία κ. ά.) αντιμετώπισαν το θέμα της μετοίκησης με διαφορετικές πολιτισμικές αποσκευές ο καθένας αλλά πάντοτε με θάρρος και επιμονή. Αυτή η νέα σειρά που έχει τον τίτλο «Μικρές Οδύσσειες» (μεταδίδεται κάθε Πέμπτη στις 19.30 από την ΕΤ1), εκτός της πρωτοτυπίας να παρουσιάζει σε κάθε επεισόδιο έναν Ελληνα μέτοικο στο εξωτερικό και έναν ξένο στην Ελλάδα, δίνει έμφαση στη δημιουργία μιας αφήγησης που φιλοδοξεί και καταφέρνει να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή χωρίς απλά να συγκινεί ή να «θεραπεύει» τις ενοχές μας. Δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε δεδομένου ότι ο ίδιος ο σκηνοθέτης αλλά και κάποιοι από τους συνεργάτες του έχουν τη δική τους εμπειρία μετοίκησης: Τη μουσική υπογράφει ο Αρμπάν Περλάλα που αποτελεί και το ένα από τα δύο πρόσωπα του πρώτου επεισοδίου, τη φωτογραφία οι Δημήτρης Κορδελάς και Παναγιώτης Θεοφανόπουλος, το μοντάζ ο Χρόνης Θεοχάρης, τον ήχο ο Γιώργος Βασιλείου και ο Πάνος Τζελέκης, την έρευνα η Ελένη Κολιοπούλου και βοηθός σκηνοθέτης είναι ο Σιαμάκ Ετεμαντό. Ελπίζουμε η σειρά αυτή να μας κάνει να δούμε όχι μόνο την μετοίκηση αλλά και τη δική μας καθημερινή ζωή στην Αθήνα με διαφορετικό μάτι...Στο μεταξύ ας ακούσουμε τί έχει να μας πει ο Μάρκο Γκαστίν με για τη μετοίκηση, την οδύσσεια της έρευνας και της κινηματογράφησης, τις ιδιαιτερότητες του ντοκιμαντέρ αλλά και τα νέα του σχέδια.



Η «μετανάστευση» είναι ένα θέμα που απασχολεί τους Ελληνες κινηματογραφιστές (ντοκιμενταρίστες και μη) ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Πού βλέπετε να διαφοροποιείται η δουλειά σας σε σχέση με τις προηγούμενες διαχειρίσεις του ίδιου θέματος;

Μάρκο Γκαστίν: Αν και μετανάστης ο ίδιος άργησα να ασχοληθώ με το θέμα της μετανάστευσης. Μου φαινόταν κάπως «μαϊντανός»...Τόσοι κινηματογραφιστές έχουν ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια με αυτό το θέμα, τί παραπάνω να πω εγώ; Αλλά σιγά - σιγά άρχισε να μ’ ενοχλεί η οπτική γωνία από την οποία τα περισσότερα φιλμ, ακόμα και κάποια αξιόλογα, αντίκριζαν τους μετανάστες, κάπως σαν εξωτικά όντα. Στην ξενοφοβική αντίληψη που κυριαρχούσε στην αρχή στα μαζικά μέσα ενημέρωσης (π. χ. άκουσα μια φορά στις ειδήσεις μετά από κάποιο έγκλημα στην Αθήνα: «Ο δράστης δεν ήταν Αλβανός»!) απαντούσαν με ένα συγκαταβατικό βλέμμα στους μετανάστες, «τα καημένα θύματα του ρατσισμού μας». Μπορεί να είναι προτιμότερο ο οίκτος από το μίσος, καμιά φορά όμως οι αντιρατσιστές με αγανακτούν πιο πολύ από τους ρατσιστές. Η στάση τους είναι ένας άλλος τρόπος, ίσως πιο ύπουλος, να αφήσεις το ξένο απ’ έξω. Του δίνεις το λόγο μόνο και μόνο για να επιβεβαιώσεις το δικό σου. Οι ξένοι έχουν πολλά να μας διδάξουν, όχι μόνο να μάθουν από μας. Οι περισσότεροι μετανάστες - ή αλλιώς οι μέτοικοι, όπως προτιμώ να τους αποκαλώ - δεν είναι μίζεροι ή γραφικοί, είναι άνθρωποι σαν κι εμάς. Ο καθένας από εμάς είναι ή μπορεί κάποια μέρα να γίνει μέτοικος και έτσι μπορεί να τους καταλάβει. Τα βιώματα τους μοιάζουν με τα δικά μας μόνο που συχνά είναι πιο έντονα, πιο θαρραλέα, πιο παραδειγματικά. Οι μετανάστες είναι ίσως σύγχρονοι ήρωες, με την αριστοτελική έννοια: «Παραδείγματα προς θαυμασμό, προς μίμηση». Μας δίνουν μάθημα αντοχής, μάθημα ζωής, μάθημα ανθρωπιάς, ας τους ακούσουμε! Έτσι πήρα την απόφαση να ασχοληθώ κι εγώ με το θέμα της μετανάστευσης και έκανα το «Μικρές Οδύσσειες» για να δούμε τους μετανάστες από πιο κοντά, για να τους ακούσουμε επιτέλους. Ίσως βοηθάει το γεγονός ότι είμαι κι εγώ μέτοικος. Ποιος ξέρει;

Το «Μικρές Οδύσσειες» είναι κατά κάποιο τρόπο το επόμενο βήμα για αυτό το θέμα μετά το «Μασσαλία...»;

Μ. Γ.: Έχετε δίκιο, είχα ήδη αρχίσει να ασχολούμαι με το θέμα της μετανάστευσης στο «Μασσαλία, Μακρινή Κόρη». Σκέφτηκα τότε ότι μπορούσα να προσφέρω μια νέα οπτική πάνω στο θέμα της μετανάστευσης στην Ελλάδα θυμίζοντας στους Έλληνες ότι ήταν κάποτε μετανάστες και οι ίδιοι. Βλέποντας τι ζούσαν οι «δικοί μας» στα ξένα ίσως σε κάνει να αντικρίζεις διαφορετικά τους ξένους που ζουν παρόμοιες καταστάσεις στα «δικά μας». Ο κρυφός πρωταγωνιστής εκείνης της ταινίας ήταν σίγουρα ο ξένος μετανάστης στην Ελλάδα. Το «Μικρές Οδύσσειες» είναι κυριολεκτικά το επόμενο βήμα γιατί αυτή τη φόρα ασχολήθηκα μετωπικά μαζί του...Αν και βέβαια τον μπλέκω πάλι με τον Έλληνα μετανάστη, λέγοντας παράλληλα τις ιστορίες τους !



Πώς και με ποια κριτήρια καταλήξατε στους συγκεκριμένους ανθρώπους;

Μ. Γ.: Η επιλογή των χαρακτήρων ήταν το πιο δύσκολο σημείο της δουλειάς μου. Έπρεπε να βρεθούν άνθρωποι που να συγκεντρώνουν τα εξής κριτήρια: Να έχουν μια συναρπαστική ιστορία, αυτή η ιστορία να «κολλάει» στο κεντρικό θέμα ενός συγκεκριμένου επεισοδίου, ο ίδιος ο χαρακτήρας να «περνάει στο φακό» και βέβαια να μας επιτρέψει να μπούμε με την κάμερα στην προσωπική ζωή του. Άντε να βρεις ανθρώπους που συνδυάζουν όλες αυτές τις προϋποθέσεις! Ιδιαίτερα μετανάστες που πολλές φορές ζουν παράνομα στη χώρα μας...Επίσης πρέπει να έχεις στο νου ότι καμιά ζωή δεν είναι σαν τις άλλες, κανένας δεν αντιπροσωπεύει κανένα. Ψάξε παραδειγματικούς και όχι αντιπροσωπευτικούς. Π. χ. στο πρώτο επεισόδιο («Το Πρώτο Ταξίδι») δεν διάλεξα τον κλασικό Αλβανό που περνάει λαθραία τα βουνά για να δουλέψει στην Ελλάδα αλλά ένα νέο Αλβανό που πήρε το ίδιο δρόμο για να κάνει εγχείρηση στο μάτι του και τελικά κατέληξε κι αυτός οικονομικός μετανάστης...Μέσα στην συναρπαστική και άτυπη ιστορία του όμως συναντάς όλους τους άλλους. Επίσης δεν έψαξα για να αντιπροσωπεύσω στατιστικά τις διάφορες κοινότητες. Στη σειρά υπάρχει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό Αφρικανών απ’ όσο έχει στατιστικά στην Ελλάδα. Μ’ ενδιέφεραν όμως οι ιστορίες τους. Μπορεί βέβαια να αδικούσα μερικές άλλες ομάδες ξένων. Τους ζητώ συγνώμη γι αυτό. Ελπίζω στα επόμενα επεισόδια του «Μικρές Οδύσσειες» - αν μου εγκρίνουν την ανανέωση από την ΕΡΤ...- να το επανορθώσω.

Ήταν και η ίδια η έρευνα μια μικρή οδύσσεια;

Μ. Γ.: Πιστεύω ότι η έρευνα είναι μια από τις πιο δύσκολες και πιο χρονοβόρες φάσεις της κατασκευής ενός ντοκιμαντέρ. Όταν έχεις επιλέξει σωστά τους ήρωες, όταν έχεις μπει στη ζωή τους και ξέρεις πώς θα αφηγηθείς την ιστορία τους, έχεις κάνει το ντοκιμαντέρ...Αρκεί να το γυρίσεις! Δυστυχώς, λόγω αναγκών της τηλεόρασης, δεν είχαμε το απαιτούμενο χρόνο για την έρευνα: Δυόμισυ μήνες το πολύ για τετρακόσια λεπτά εκπομπή ενώ στο «Μασσαλία...» είχα σχεδόν τέσσερα χρόνια για ογδόντα επτά λεπτά...Δεν βαριέσαι, τα καταφέραμε! Χάρη στην εξαιρετική συνεργάτιδα μου, τη δημοσιογράφο Ελένη Κολιοπούλου και τους φίλους που με βοήθησαν. Αλλά εάν είχαμε έξι μήνες...Είναι η μοναδική κριτική που θα ασκούσα στην ΕΡΤ που κατά τα άλλα μου φέρθηκε άψογα: «Παρακαλώ άμα θέλετε καλά ντοκιμαντέρ αφήστε μας αρκετό χρόνο να τα φτιάξουμε, ιδιαίτερα να τα ερευνήσουμε σωστά»! Δεν έλειψαν βέβαια οι περιπέτειες και οι αναποδιές: Χαρακτήρες που τελευταία στιγμή μας έφυγαν λόγω αρρώστιας, γέννας, μετάνοιας…Άντε από την αρχή! Αυτά είναι αναμενόμενα σ’ ένα ντοκιμαντέρ. Αλλά άμα ασχολείσαι με μια ομάδα ανθρώπων λίγο πιο ασταθή όπως είναι οι μετανάστες παίρνει ομηρικές διαστάσεις. Πράγματι η έρευνα ήταν μια μικρή οδύσσεια που μας οδήγησε στην Βόρεια Ελλάδα, στο Βέλγιο, στη Γερμανία…Μακάρι να είχε διαρκέσει λίγο παραπάνω!

Πώς αποφεύγει κανείς την κοινοτοπία, τη συναισθηματική εκμετάλλευση αλλά και την αποστασιοποίηση σε ένα τέτοιο θέμα;

Μ. Γ.: Κατ’ αρχήν διαλέγοντας χαρακτήρες που πραγματικά τους συμπαθείς. Δεν τους λυπάσαι, τους συμπονάς. Δεν τους κοιτάς απ’ έξω, τους ακούς. Δεν τους διδάσκεις, μαθαίνεις απ’ αυτούς. Μετά, στο γύρισμα, η δυσκολία είναι να βρεις με τον καθένα τη σωστή απόσταση. Αυτό είναι θέμα εμπειρίας, δεν εξηγείται με λόγια. Την ιδανική απόσταση τη βρίσκεις ενστικτωδώς στο γύρισμα, ιδιαίτερα στη συνέντευξη. Πολλές φορές δεν είναι η απόσταση που βολεύει τον οπερατέρ! Εν τέλει, στο μοντάζ, πρέπει να βρεις τη σωστή απόσταση για τον τρόπο που θα αφηγηθείς την ιστορία του καθενός. Πρέπει να συμπονάς τον ήρωα σου, να μοιραστεί ο θεατής τη συγκίνηση που σου προκάλεσε. Πρέπει όμως να αποφύγεις την εύκολη και φτιαχτή συγκίνηση. Πρέπει ο χαρακτήρας, όπως και το έργο σου, να συγκινήσει τον θεατή αλλά η συγκίνηση αυτή να είναι πάτημα για σκέψη. Απευθύνεσαι στην καρδιά του θεατή για να φτάσεις στο νου του.



Πόσο «μικρές» είναι αυτές οι «Μικρές Οδύσσειες»; Και πόσο μεγάλοι είναι οι άνθρωποι που τις εξιστορούν;

Μ. Γ.: Όντως φαίνεται υποτιμητικό το επίθετο «μικρές» για τις «οδύσσειες» των ηρώων μου. Οι ιστορίες τους δεν έχουν τίποτα να ζηλέψουν από τους μύθους. Είναι πολύ μεγάλοι, είναι πράγματι ήρωες. Αν και, εκτός από κανά - δυο περιπτώσεις, δεν ασχολήθηκαν ποτέ οι εφημερίδες μαζί τους. Είναι σύγχρονοι και καθημερινοί ήρωες.

Πιστεύετε ότι το γεγονός πως πολλοί συνεργάτες σας (αλλά και εσείς ο ίδιος) είχαν την εμπειρία της μετοίκησης έπαιξε ρόλο στο αποτέλεσμα αυτή της σειράς;

Μ. Γ.: Σίγουρα ναι. Όσον αφορά εμένα μπορώ να πω ότι μου επέτρεψε να δω τα πράγματα από πιο κοντά, να αντικρίσω τους μετανάστες πιο οικεία. Δεν είμαι βέβαια ο ίδιος «μετανάστης» με την έννοια του «οικονομικού μετανάστη». Διάλεξα να ζήσω στην Ελλάδα για άλλους λόγους. Αλλά έχω ζήσει κι εγώ τις πίκρες και τις χαρές που έχει κάθε ξένος που προσπαθεί να ενσωματωθεί σε άλλη χώρα. Με κοροϊδέψανε και εμένα για την προφορά μου, περίμενα κι εγώ με αγωνία στις ουρές για να πάρω μια άδεια παραμονής, έπρεπε κι εγώ να αποδείξω ότι αξίζω για να «φάω στο ίδιο τραπέζι» με τον ντόπιο, αναγκάζομαι κι εγώ να δικαιολογήσω κάθε μέρα την παρουσία μου εδώ...Στο κάτω - κάτω κανείς δεν είναι σκέτος «οικονομικός μετανάστης». Έρχεσαι για κάποιο λόγο αλλά δεν πάει να πει ότι είναι μόνον αυτός ο σκοπός, ότι έχεις μόνον οικονομικές ανάγκες, ότι δεν προχωράς. Και οι μετανάστες είναι ολοκληρωμένοι άνθρωποι!



Ποιες ευκολίες και δυσκολίες έχει ένας σκηνοθέτης που αποφασίζει να κάνει μια δουλειά στην τηλεόραση και στο σινεμά; Είναι τελικά το μέσον καθοριστικό του μηνύματος που θέλει να μεταφέρει ένας δημιουργός και οι συνεργάτες του;

Μ. Γ.: Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ο χρόνος. Για μια κινηματογραφική ταινία καθορίζεις – σχεδόν - εσύ ο ίδιος το χρόνο που θα δουλέψεις. Στην τηλεόραση έχεις ένα σκληρό deadline να σεβαστείς. Είναι μια πρόκληση. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει στα ύψη. Δεν έχει μόνο αρνητικές επιπτώσεις. Επίσης, αν και στην κρατική τηλεόραση δεν επεμβαίνουν καθόλου στη δουλειά σου, πρέπει να έχεις υπόψη σου ότι ο θεατής είναι διαφορετικός, τουλάχιστον οι συνθήκες θέασης του. Δεν κάθεται ακίνητος σε μια σκοτεινή αίθουσα για να δει το έργο σου. Σηκώνεται, τρώει, μιλάει, «ζαπάρει», βλέπει κάτι από τη μέση κ.λπ. Άρα πρέπει να μπορεί να μπει στο έργο ανά πάσα στιγμή. Είναι μια μεγάλη πρόκληση για ένα ντοκιμαντερίστα που δίνει μεγάλη έμφαση στον τρόπο αφήγησης, στη δραματουργία. Κατά τα άλλα δεν πιστεύω ότι πρέπει να υποχωρήσεις ούτε σε σχέση με το περιεχόμενο ούτε με τη μορφή του έργου σου. Πρέπει όπως και στο σινεμά να μην υποτιμήσεις το θεατή. Δεν πρέπει να βάλεις τον πήχη πιο χαμηλά...Το μέσον δεν καθορίζει το μήνυμα. Ας κηρύξουμε επιτέλους τον πόλεμο στην τηλεόραση που μας καταπιέζει με μια ποιοτική και πιο ουσιαστική τηλεόραση. Προσπάθησα με το «Μικρές Οδύσσειες» να συμβάλω σ’ αυτόν τον αγώνα.

Θα συνεχίσετε να δουλεύετε επάνω στο ίδιο θέμα; Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο;

Μ. Γ.: Όσο έχω να μάθω και – ελπίζω - να προσφέρω θα συνεχίσω να ασχολούμαι με το θέμα. Και επειδή έχω πολλά ακόμα να μάθω από τους μετοίκους...Ελπίζω το «Μικρές Οδύσσειες» να έχει συνέχεια. Έχω βέβαια κι άλλα σχέδια στα συρτάρια μου. Τα περισσότερα απ’ αυτά έχουν κάποια σχέση με τη μετοίκηση. Το ένα είναι μια ταινία μυθοπλασίας και προέκυψε από τη συνάντηση μ’ έναν από τους ήρωες του «Μικρές Οδύσσειες». Οταν έρθει η στιγμή θα το μάθετε...
 
the_million_dollar_hotel.jpg
photo94.jpg
photo7.jpg
photo4.jpg
photo3.jpg
photo9.jpg
photo5.jpg
photo6.jpg
photo8.jpg
photo2.jpg
photo93.jpg
photo1.jpg
photo92.jpg