Καθώς πλησιάζουμε στο εφετινό - και επετειακό - Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου ανακαλύψαμε στα γνωστά...«απύθμενα» αρχεία με μη δημοσιευμένο υλικό του Movieworld μία...συνέντευξη από το περυσινό!
Μία συνέντευξη της Νταϊάνας Κεφαλογιάννη με τον Κριστόφ Ονορέ ο οποίος είχε παρευρεθεί στην προβολή της ταινίας του «Τα Τραγούδια Της Αγάπης». Την δημοσιεύουμε λοιπόν άνευ τύψεων και προφάσεων τώρα γιατί το σινεμά και ειδικά τέτοιοι καλοί δημιουργοί του έχουν πάντα ενδιαφέρον και δεν το αποκτούν μόνο για λόγους επικαιρότητας...
Είπατε κάπου ότι η ταινία είναι μια είδους απάντηση σε αυτό που ισχυρίζεται εμμέσως ο πρόεδρος Σαρκοζί για το ότι η νεολαία είναι ο καινούργιος «εχθρός». Νομίζετε ότι το σινεμά μπορεί να παρακινήσει τους ανθρώπους να αντιδράσουν ή να τους βοηθήσει να αντιληφθούν καλύτερα την παρούσα κατάσταση; Κριστόφ Ονορέ: Είναι λίγο πολύπλοκη πάντα αυτή η ερώτηση μιας και για παράδειγμα ο Τζον Φορντ έλεγε ότι «αν θέλω να στείλω ένα μήνυμα θα χρησιμοποιήσω το ταχυδρομείο». Πρέπει a priori να θεωρήσουμε ότι ο κινηματογράφος είναι ένα μέσο στο οποίο βρίσκεται κάποιο μήνυμα, υπάρχουν ταινίες που προσπαθούν ίσως να περάσουν ένα μήνυμα με διδακτικό τρόπο. Όσον αφορά ένα φιλμ όπως το «Τα Τραγούδια Της Αγάπης, οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζω ότι την θεωρούν μια μικρή γλυκόπικρη ταινία. ...ναι άλλα έχει αναφορές στον Σαρκοζί και μάλιστα άμεσες. Κ. Ο.: Έτσι είναι όπως το λέτε, μπορεί στην ταινία να γίνει μια δεύτερη ανάγνωση όπου με έναν αρκετά απλό τρόπο θα έλεγα προσπαθώ να δώσω στον κόσμο την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο Παρίσι πριν από τις προεδρικές εκλογές, ένα είδος καρτ-ποστάλ εκείνης της περιόδου. Αν παρατηρήσουμε λοιπόν μια ομάδα ανθρώπων και τη ζωή τους σε ένα συγκεκριμένο μέρος τότε μπορούμε να αντιληφθούμε κάποια πράγματα για το μέρος και γι' αυτούς και ότι δεν επιλέχθηκε τυχαία εκείνη η περίοδος για να γυριστεί η ταινία. Τελικά αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν είναι μια πολιτική ταινία παρ' όλ' αυτά μπορεί κάποιος βλέποντας την να αποκτήσει μια ιδέα για το πώς είναι τελικά αυτή η νεολαία, πως λειτουργεί. Αν λοιπόν ξαναέκανα αυτήν την ταινία μετά από τρία ή τέσσερα χρόνια και ξανά με τους ίδιους ανθρώπους θα προέκυπτε μια πολύ διαφορετική ταινία αφού τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ από τότε που την γύρισα. Τώρα στην Γαλλία έχουν δυσκολέψει πολύ τα πράγματα για την νεολαία και νομίζω ότι θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Το σενάριο για το «Τα Τραγούδια Της Αγάπης» είναι βασισμένο στα τραγούδια του Αλέξ Μποπάν. Έχετε γυρίσει και άλλες δύο ταινίες που το σενάριο τους ήταν βασισμένο σε ένα κείμενο που προϋπήρχε, τα «Η Μητέρα Μου» και «Tout Contre Leo». Προτιμάτε να γυρίζετε ταινίες με τέτοια σενάρια ή ίσως θα σας φαινόταν πιο ενδιαφέρον αν γυρίζατε μια ταινία με ένα σενάριο που μόλις γράφτηκε; Κ. Ο.: Επειδή εκτός από σκηνοθέτης είμαι και συγγραφέας, γράφω βιβλία για ενήλικες και για παιδιά, προτιμώ τα σενάρια που είναι βασισμένα σε κάποιο λογοτεχνικό κείμενο. Όπως για παράδειγμα με το «Dans Paris» που ναι μεν εγώ έχω γράψει το σενάριο αλλά είναι βασισμένο κατά κάποιον τρόπο σε ένα βιβλίο του Σάλιντζερ, το «Φράνι και Ζόι» το οποίο είναι περίπου η ίδια ιστορία με αυτήν της ταινίας. Βεβαίως το βιβλίο αναφέρεται στην σχέση ενός αγοριού και ενός κοριτσιού στην Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ‘50, γενικώς οι ταινίες μου «τρέφονται» από την λογοτεχνία και πρόσφατα γύρισα μια ταινία που διαδραματίζεται σε ένα λύκειο σήμερα αλλά είναι μια παραλλαγή του πολύ παλαιού γαλλικού μυθιστορήματος «La Princesse Des Cleves». Γενικώς θεωρώ ότι η λογοτεχνία είναι απαραίτητο συστατικό του κινηματογράφου, δεν μου αρέσουν όμως οι ακριβείς μεταφορές λογοτεχνικών έργων. Πιο πολύ χρησιμοποιώ την λογοτεχνική παραγωγή ως πηγή έμπνευσης...

Άρα δεν σκέφτεστε να γυρίσετε μια ταινία με σενάριο που να γράφτηκε ειδικά για αυτήν; Κ. Ο.: Κοιτάξτε μπορούμε να πούμε ότι η πρώτη μου ταινία όπως και το «Dans Paris» είναι τελείως δικά μου σενάρια, δηλαδή τα συγγραφικά δικαιώματα είναι δικά μου αν θέλετε να το θέσουμε έτσι (γέλια). Παρόλ' αυτά σε κάθε μου ταινία υπάρχουν πολλές αναφορές στην λογοτεχνία. Και παρόλο που είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς τί είδους σκηνοθέτης είναι θα έλεγα για τον εαυτό μου ότι είμαι ένας «λογοτεχνικός» σκηνοθέτης, νομίζω ότι αυτό με περιγράφει πολύ καλά. Όλα αυτά βέβαια έχουν άμεση σχέση με την ενασχόληση μου με την λογοτεχνία, πάντα με ενδιαφέρει ο χειρισμός της γλώσσας σε μια ταινία...ο τρόπος που θα διηγηθούμε κάτι. Πώς αποφασίσατε να γυρίσετε ένα μιούζικαλ σήμερα μιας και είναι ένα δύσκολο είδος και επιπλέον η Γαλλία δεν έχει μεγάλη παράδοση σε τέτοιου είδους ταινίες; Κ.Ο.: Δίκιο έχετε όσον αφορά στην παράδοση, εκτός από τον Ζακ Ντεμί όλοι όσοι προσπάθησαν να γυρίσουν μιούζικαλ στην Γαλλία μάλλον απέτυχαν. Δεν ήταν ότι πάντα ονειρευόμουν να γυρίσω μια τέτοια ταινία. Τα «Τραγούδια της Αγάπης» είναι μια πολύ προσωπική ταινία. Από την μια ο συνθέτης της ταινίας είναι πολύ καλός μου φίλος και από την άλλη η ταινία είναι ένα είδους φόρου τιμής σε μια φίλη μας που πέθανε και μιας και ο Αλεξ είναι τραγουδιστής και εγώ σκηνοθέτης είπαμε να συνδυάσουμε τα ταλέντα μας για να τιμήσουμε αυτή την φίλη μας. Οι ταινίες που κάνετε είναι πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. Εσείς σαν σκηνοθέτης αλλά και ως θεατής τι ταινίες προτιμάτε; Κ. Ο.: Ξέρετε όταν κάποιος είναι σκηνοθέτης και κάνει την πρώτη του ταινία είναι πολύ δύσκολο να την δει σαν θεατής. Γενικά δεν μπορώ να πω ότι οι αγαπημένες μου ταινίες είναι οι δικές μου (γέλια). Σαν θεατής μου αρέσουν πολύ πιο διαφορετικές ταινίες από αυτές που μπορώ να γυρίσω. Για παράδειγμα ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης, ο Μορίς Πιαλά, γυρίζει ταινίες πολύ διαφορετικές από τις δικές μου όσον αφορά στην κινηματογράφηση, το είδος, την φιλοσοφία τους και τα πάντα, γενικά είναι ταινίες που εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να γυρίσω. Για κάθε νέο σκηνοθέτη είναι δύσκολο να αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να γυρίσει απαραίτητα τις ταινίες που του αρέσουν. Αφού λοιπόν καταφέρει να το αποδεχτεί αυτό είναι σημαντικό να ψάχνεται πάντα γύρω από την τέχνη του.

Εσείς λοιπόν τί είδους σκηνοθέτης είστε; Κ. Ο.: Παρόλο που τώρα στην Γαλλία υπάρχει γενικώς μια τάση να γυρίζονται πολύ ρεαλιστικές και στα όρια του νατουραλισμού ταινίες εγώ προτιμώ να γυρίζω ταινίες όχι τόσο κοντά στον ρεαλισμό, να βλέπω την πραγματικότητα με μια πιο τεθλασμένη ματιά. Μπορώ να πω ότι σαν σκηνοθέτης είμαι αρκετά φορμαλιστής, μου αρέσει η ωραία εικόνα, η ωραία φόρμα. Θεωρώ ότι η ώρα του γυρίσματος είναι ιερή για μια ταινία. Μπορεί να ακούγεται λίγο παράδοξο μιας και δίνω μεγάλη σημασία στην γλώσσα και όλες μου οι ταινίες εμπνέονται από την λογοτεχνία άρα θα μπορούσα να πω ότι είμαι αρκετά αφηγηματικός σκηνοθέτης και πολύ Γάλλος. Δυστυχώς... γέλια). Αφού ο τίτλος της ταινίας είναι «Τα Τραγούδια Της Αγάπης» πρέπει να σας ρωτήσω κάτι πάνω στο θέμα (γέλια). Στην τελευταία σκηνή υπάρχει μια φράση που λέει ο χαρακτήρας του Λουί Γκαρέλ στον εραστή του: «Αγάπα με λιγότερο αλλά αγάπα με περισσότερο χρόνο». Εσείς το πιστεύετε αυτό ή θεωρείται ότι ένας έρωτας πιο παθιασμένος αλλά πιο σύντομος είναι ίσως καλύτερος; Κ. Ο.: Νομίζω ότι όλοι θέλουμε έναν έρωτα που να πηγαίνει με γρήγορους ρυθμούς αλλά να κρατάει και για πάντα. Αυτό μάλλον δεν συμβαίνει (γέλια). Γι αυτό τελικά προτιμάμε έναν έρωτα πιο ήσυχο, πιο γλυκό που θα κρατήσει όμως περισσότερο. Δεν ξέρω τί προτιμώ τελικά...Στην ταινία αυτή η φράση είναι κάπως ειρωνική μιας και ο χαρακτήρας του Γκαρέλ ξέρει ότι απευθύνεται σε ένα αγόρι δέκα επτά χρονών που μάλλον θα τον αφήσει πολύ γρήγορα, σε μια εβδομάδα ή σε ένα χρόνο δεν έχει σημασία, τελικά όμως θα τον αφήσει. Νομίζω ότι αυτή η φράση δείχνει ότι πια θέλει κάτι πιο ήσυχο μιας και εξαιτίας όσων συνέβησαν με την φίλη του που πέθανε και όλα αυτά επιζητά την ηρεμία στην ζωή του. Δείχνει κιόλας την διαδρομή που διένυσε από την αρχή της ταινίας που δεν ήθελε να πει σ' αγαπώ στην κοπέλα και τώρα όχι μόνο το λέει αλλά ζητάει κιόλας να αγαπηθεί από κάποιον άλλο. Νομίζετε ότι το Παρίσι που παρουσιάζεται στην ταινία καθώς και η συνολική αυτή ατμόσφαιρα έχει χαθεί για πάντα; Κ. Ο.: Το Παρίσι που παρουσιάζεται στην ταινία έχει σίγουρα χαθεί μιας και η ταινία είναι πολύ χαρακτηριστική του χρόνου που γυρίστηκε. Όσον αφορά στην ατμόσφαιρα που λέτε η οποία αναφέρεται κυρίως σε αυτήν την νεολαία σίγουρα είναι δύσκολο να ξαναβρεθεί αφού η οικονομική κατάσταση επηρεάζει πολύ την ζωή των νέων και ειδικά σε μια πόλη όπως στο Παρίσι. Για παράδειγμα είναι σχεδόν αδύνατον για ένα νέο γύρω στα τριάντα σήμερα να ζήσει στο κέντρο του Παρισιού μιας και τα ενοίκια είναι απλησίαστα για τους νέους. Οπότε σε τέσσερα με πέντε χρόνια το κέντρο του Παρισιού θα κατοικείται μόνον από αστούς...

Διδάσκετε στην Femis, γράφετε βιβλία και γυρίζετε ταινίες. Τί από όλα αυτά σας ευχαριστεί περισσότερο και σε ποιο αισθάνεστε πιο σίγουρος για τον εαυτό σας; Κ. Ο.: Σίγουρα δεν είναι το πρώτο, το κάνω μόνο και μόνον επειδή μου το ζήτησαν και η Femis είναι μια πολύ καλή σχολή. Όσον αφορά στην λογοτεχνία είναι ένας τομέας που συνεχώς μπορείς να ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο, έχει πάντα ενδιαφέρον και σου δίνει κίνητρα. Εκεί που σίγουρα αισθάνομαι πιο άνετα είναι όταν γυρίζω ταινίες. Κάτι όμως που δεν βλέπω να το κάνω για το υπόλοιπο της ζωής μου...Όταν γυρίζεις μια ταινία το γύρισμα γίνεται η ζωή σου, είναι τρομερά κουραστικό. Τα μαλλιά μου ασπρίζουν, η κοιλιά μου μεγαλώνει (γέλια). Οπότε σκέφτομαι γύρω στα πενήντα να αποσυρθώ από το σινεμά και να γίνω ένας γέρος συγγραφέας. Δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες πεθαίνουν από έμφραγμα. Είναι σωματικά εξοντωτικό το γύρισμα μιας ταινίας. Η συγγραφή είναι μια πιο ξεκούραστη διαδικασία στην οποία μπορεί κανείς να πάρει τον χρόνο του. Ο διευθυντής του «Δεκαπενθήμερου των σκηνοθετών» του φεστιβάλ Κανών είπε για εσάς ότι γυρίζετε πολύ γρήγορα ταινίες και πολλές, ότι δεν περιμένετε για χρηματοδότηση κ.λπ. και από την άλλη λέτε ότι είναι τόσο κουραστικό. Θεωρείτε ότι αυτή η προσέγγιση είναι πιο δημιουργική; Κ. Ο.: Νομίζω ότι είναι καλύτερο να γυρίζεις ταινίες σχετικά σύντομα γιατί ναι, το βρίσκω πιο δημιουργικό αυτό. Μιας και όταν γυρίζεις μια ταινία είναι αυτό που σκέφτεσαι συνέχεια αν τραβήξει πολύ το γύρισμα κάθε βράδυ θα σκέφτεσαι μήπως θα έπρεπε να το έχω κάνει αυτό έτσι, μήπως αυτό το πλάνο έπρεπε να γίνει αλλιώς κ.λπ. Οπότε αν και υπάρχει το ρίσκο να μην βγει μια τόσο καλή ταινία προτιμώ να γυρίζω γρήγορα γιατί έτσι έχουν πιο πολύ φαντασία, είναι πιο αυθόρμητες. Το πολύ «Τα Τραγούδια Της Αγάπης» ήταν πολύ προσεγμένο όσον αφορά στην φόρμα του... Κ. Ο.: Όταν κάνεις μια ταινία γρήγορα δεν σημαίνει ότι δεν σκέφτεσαι την φόρμα. Εγώ προσέχω την φόρμα σε όλες μου τις ταινίες. Όσον αφορά στην χρηματοδότηση μπορεί μια μέρα να κάνω μια πολύ μεγάλη ταινία με μεγάλο προϋπολογισμό και να έχω άπλετο χρόνο να την γυρίσω και μετά θα μπορώ να αγοράσω ίσως κι ένα διαμέρισμα στο Παρίσι! Σας το εύχομαι! (γέλια) Νομίζετε ότι οι νέοι Γάλλοι σκηνοθέτες προτιμούν να κάνουν ταινίες δημιουργίας ή πιο εμπορικές; Κ. Ο.: Κοιτάξτε στην Γαλλία υπάρχει μεγάλη παράδοση όσον αφορά στο σινεμά του δημιουργού. Γυρίζονται πολλές ταινίες σε πρώτο πρόσωπο και εν μέρει έχει να κάνει με την παράδοση αυτή. Τώρα υπάρχουν και άλλοι που ονειρεύονται να κάνουν μια εμπορική ταινία ή να δουλέψουν στην Αμερική. Και θεωρώ ότι και αυτό είναι μια χαρά αν υπάρχει η προσωπική ματιά του δημιουργού...Υπάρχουν Αμερικανοί σκηνοθέτες όπως ο Τιμ Μπάρτον που κάνουν εμπορικές ταινίες με μεγάλη απήχηση οι οποίες όμως έχουν καλλιτεχνική αξία και την «υπογραφή» του δημιουργού τους. Στην Γαλλία από την άλλη καμιά φορά πέφτουν στην παγίδα να γυρίζουν ας πούμε καλλιτεχνικές ταινίες που όμως μπορεί να είναι πολύ ανιαρές και χωρίς κάποια ποιότητα. Τί θέμα πραγματεύεται η επόμενη ταινία σας; Κ. Ο.: Είναι το «La Belle Person» που διαδραματίζεται σε ένα λύκειο του Παρισιού. Θα παίζει ο Λουί Γκαρέλ και πολλοί νέοι ερασιτέχνες ηθοποιοί. Είναι το τέλος της τριλογίας των ταινιών (μαζί με τα «Dans Paris» και «Les Chansons D' Amour») που γύρισα με θέμα το Παρίσι, τον έρωτα και την νεολαία. Η επόμενη ταινία μου θα είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Θα την γυρίσω στον τόπο καταγωγής μου, την Βρετάνη και θα παίζει η Κιάρα Μαστρογιάνι... Θα την αναμένουμε και αυτή με πολύ ενδιαφέρον μεσιέ Ονορέ...
|