| Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 7 |
| Συντάχθηκε από τον/την The Movieworld Team |
| Ημερομηνία Δημοσίευσης: Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007 |
![]() Το ξεκίνησα εχθές και μ’ αρέσει, το να χρησιμοποιώ δηλαδή για τίτλο του καθημερινού μου κειμένου κάτι που ειπώθηκε μέσα στη Βαβέλ του φεστιβάλ...Την παραπάνω γλαφυρή ατάκα ξεστόμισε ένας από τους επίσημους προσκεκλημένους, ο ηθοποιός Κρις Κούπερ, στην προχθεσινή συνέντευξη Τύπου που έδωσε μαζί με τον «κολλητό» του Ντέιβιντ Στράδερν στο καφέ της κεντρικής «αποθήκης» του φεστιβάλ. Ένας προσωπικός συμβιβασμός που συμπυκνώνεται χιουμοριστικά στην εξής φράση : «Συνήθως κάνω τρεις ταινίες για την καρδιά και μία για τα χρήματα που την αποκαλώ "πόρνη". Καμιά φορά είναι ανάγκη να κάνεις μια ταινία για να μπορέσεις να φτιάξεις την οροφή του σπιτιού σου». Ποιός είπε ότι οι καλλιτέχνες δεν έχουν πρακτικές ανάγκες; Ο Κούπερ, που έδωσε μιαν υποδειγματική ερμηνεία του ομοφοβικού, ομοφυλόφιλου και συμπλεγματικού στρατιωτικού στο «American Beauty» του Μέντες, εξομολογήθηκε ότι σκεφτόταν πολύ συχνά να παρατήσει τον ρόλο γιατί τον οδηγούσε σε σκοτεινά μονοπάτια αλλά ευτυχώς γι’ αυτόν και για εμάς η σύζυγος του τον έπεισε…Ο έτερος…Καππαδόκης, ο Ντέιβιντ Στράδερν, του «Καληνύχτα Και Καλή Τύχη» του Τζορτζ Κλούνει αλλά και του – προσωπικά για εμένα αισθητικού διαμαντιού - «My Blueberry Nights» αναφέρθηκε εκτός των άλλων στην κατάρα του «typecasting», στην εμμονή δηλαδή της βιομηχανίας του θεάματος να επιζητά από τους ηθοποιούς να υποδύονται συνεχώς παραλλαγές του ίδιου χαρακτήρα. «Είναι μια παγίδα και μια έκπτωση, ένα πρόβλημα για τους όλους εκείνους τους ηθοποιούς που θέλουν να εξερευνήσουν, να εμβαθύνουν στην τέχνη τους...». Πολλά και άλλα ενδιαφέροντα ακούστηκαν αλλά ο χρόνος αμείλικτος. Αν και ως τώρα αυτά τα «περιφερειακά» δρώμενα του φεστιβάλ κλέβουν την παράσταση. Συζητήσεις, συνεντεύξεις Τύπου, εκθέσεις, παρουσιάσεις βιβλίων, συναυλίες και πάρτι ζυγίζουν πολύ πιο βαριά από τον κύριο όγκο των ταινιών. Σ’ αυτό το χαοτικό, μεσαίου μεγέθους πανηγύρι εικόνων (με την θετική και αρνητική έννοια) η μόνη αληθινή ως τώρα ταινία για εμένα είναι αυτή του Φατίχ Ακίν. Άντε και με μεγάλη δόση επιείκειας και τα «Juno» του Ράιτμαν και «Λόλα» του Ισπανού Ρεμπόγιο. Από εκεί και πέρα ένα ατελείωτο…χασμουρητό. Βέβαια ο κόσμος κατακλύζει τις αίθουσες ασφυκτικά, με μηδενικά εισιτήρια όμως που μπορεί να είναι περισσότερα και από τις ταινίες που βλέπει. Και εάν ρωτάτε τί γίνεται το χειμώνα με τις «καλλιτεχνικές» ταινίες εδώ στη Θεσσαλονίκη…ελάχιστοι. Μεταξύ γνωστών και φίλων… ![]() Η χθεσινή ημέρα έκρυβε πάντως θετικές εκπλήξεις. Συμβαίνει καμιά φορά από εκεί που δεν το περιμένεις αν και πάντως περίμενα από την αρχή του φεστιβάλ την τελευταία ταινία του Μεξικανού Κάρλος Ρεϊγάδας. Και δεν διαψεύστηκα…Η τρίτη και σίγουρα πιο αναμενόμενη ταινία του enfant terrible του μεξικανικού σινεμά. Είχα καταγοητευτεί το 2002 όταν τον πρωτοπαρουσίασε το Φ.Κ.Θ. με το ντεμπούτο του, το «Japon» (δύο ώρες η ταινία και άλλες τόσες το Q & A μετά…). Μια κινηματογραφική αυτοχειρία, ειδικά για πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη, ο οποίος τότε είχε βουτήξει στο κενό και είχε βγει σώος, με υπέροχες εικόνες και με φιλοσοφική καλλιέργεια. Στο τωρινό πεισιθάνατο ρέκβιεμ του για τη δύναμη της αγάπης, το «Silent Light», αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού και των παιδιών τους σε μια κοινότητα Μενονιτών στην μεξικανική ύπαιθρο. Ο Γιόχαν αντιμετωπίζει συζυγική κρίση καθώς θεωρεί ότι είναι βαθιά ερωτευμένος με τη Μαριάν με την οποία έχει σχέση. Παρά την πεποίθηση του ότι η Μαριάν θα ήταν η ιδανική σύντροφος γι’ αυτόν η αγάπη του για τη σύζυγο και τα παιδιά του τον εμποδίζουν να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Χρησιμοποιώντας ερασιτέχνες Μενονίτες ηθοποιούς (από το Μεξικό και τον Καναδά) επιτυγχάνει να δημιουργήσει ένα ιδανικό περιβάλλον, κατάλληλο για αρχέτυπα. Μια ατμόσφαιρα μυθολογίας όπου ο έρωτας δεσπόζει ολοκληρωτικά. Ο μικροσκοπικός εικονοκλάστης Μεξικανός έκανε πάλι το θαύμα του! Από τις σπουδαίες υπογραφές του σύγχρονου σινεμά, φωτίζει πότε νατουραλιστικά και πότε υπερεαλιστικά τον σκοτεινό κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων. Με ψιλή κλωστή στο χέρι κεντάει αλά...κινεζικά. Ελάχιστα ίχνη πλοκής, σχοινοτενείς ρυθμοί και μεγάλες σκηνές - σεκάνς. Ένα σχόλιο για την ηθική κρίση ενός ανθρώπου. Η κάμερα του στατική, δεν μετακινείται εύκολα, αφήνεται στους ερωτικούς ρυθμούς με υποκειμενικά, πλονζέ αλλά και κοντρ πλονζέ, πλάνα. Ο Ρεϊγάδας δεν βιάζεται, έχει εσωτερικό ρυθμό. Δεν εκμαιεύει συναισθήματα, τα αφήνει να «λιώσουν» έξω από τα σώματα. Με χυμούς, ερωτισμό και σπαράγματα…Μπουνιουέλ μιλά για ανθρώπους που κινούνται από μιαν υπόγεια, σιωπηλή δύναμη. Ατελείς, με πάθη και ελαττώματα και ανεκπλήρωτες επιθυμίες αλλά και με πίστη, ηθική και οικογένεια. Με χθόνιο ρεαλισμό και αισθηματική ηδονή που θα ζήλευε ο Τριφό αφήνει τις αντανακλάσεις των νερών, των σωμάτων και των γεύσεων να γεμίζουν τον φακό. Καταφέρνει να ζωντανέψει το άνυδρο – συναισθηματικά - σύγχρονο τοπίο. Σα να βλέπεις το «Η Γεύση Του Κερασιού» με ερωτικούς χυμούς…Απίστευτο! Ο φακός του, σωστό πινέλο, αποτυπώνει το φως της ανατολής και δύσης (η αρχή και το τέλος της ταινίας) με χρώματα εξπρεσιονιστικά και μεταφυσικά, με φωτοσκιάσεις που μας φέρνουν στο νου τα φιλμ του Ντράγιερ και του Ταρκόφσκι. Είναι τόσο μεγάλη η δύναμη του έρωτα και της αγάπης που πραγματεύεται ετούτη η ταινία που δεν απομένει παρά ένα θαύμα για να δώσει ελπίδα στην ματαιότητα. Και ο σκηνοθέτης με περισσή φιλοσοφική προκλητικότητα το…διαπράττει: Ανάσταση από ένα φιλί, από μιαν απέραντη αγάπη, από έναν άγγελο. «Η ειρήνη πιο δυνατή από την αγάπη». Ίσως…Σινεμά...χιλίων καρατίων που βάζει στο τιμόνι τους αληθινούς δημιουργούς, δίχως ίχνος μουσικής αλλά με την αυτογνωσία του καλύτερου μαέστρου! Σαν ένα διφορούμενο όνειρο από το οποίο δεν θέλεις να ξυπνήσεις… ![]() Εξίσου καλή και η ταινία του Άλεξ Χόλντριτζ «Αναζητώντας Ενα Φιλί Τα Μεσάνυχτα». Για τον εικοσιεννεάχρονο Γουίλσον η χειρότερη χρονιά της ζωής του φτάνει στο τέλος της. Πήγε στο Λος Άντζελες χωρίς κάποιο συγκεκριμένα πλάνο ζωής. Ο καλύτερός του φίλος τον πείθει να δημοσιεύσει μια προσωπική αγγελία στο διαδίκτυο. Όταν η Βίβιαν – μια δυναμική γυναίκα, αποφασισμένη να κάνει τα πάντα για να περάσει την αλλαγή του χρόνου με το σωστό άντρα – ανταποκρίνεται ξεκινάει ένα χαοτικό ταξίδι, άλλοτε αστείο κι άλλοτε συγκινητικό, μέσα από τους δρόμους του Λος Άντζελες. Με black and white αισθητική που μετατρέπει αυτό του συναισθηματικό fairytale σε διαχρονικό μα και άχρονο οδοιπορικό ο σκηνοθέτης μιλά για θέματα όπως το ευάλωτο των συναισθημάτων, η ανωριμότητα, η μοναξιά και η σεξουαλική έλξη. Ένα πικρόχολο σχόλιο για τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα διαποτισμένο με κοφτερό χιούμορ και αισθητική που φέρνουν στο νου τον Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ και τα «Before Sunrise» και «Before Sunset». Αυτόν ανέφερε άλλωστε και ο σκηνοθέτης και παραγωγός του φιλμ στο τέλος της προβολής ως έμπνευση του…Αναμένοντας την Άζια Αρζεντο στην πόλη κάποιος μου ψιθύρισε ότι μπορεί να έρθει και η Εμανουέλ Μπεάρ. Μήπως εσείς κύριε editor; (Ο οποιοσδήποτε άλλος μπορεί αλλά όχι εγώ κύριε Αλμπάνη...The «do you know the way to Thessaloniki?» editor). Πέτρος Αλμπάνης ![]() Κοινωνικός ρεαλισμός του χθες και του σήμερα... Δυστυχώς οι ταινίες του DiditalWave έχουν και λόγω του χώρου προβολής τους τεθεί ελαφρά σε δεύτερη κατηγορία...Βλέπετε οι περισσότερες προβολές είναι στο Αρχαιολογικό Μουσείο οπότε για να πας πρέπει να διασχίσεις τη μισή παραλία της Θεσσαλονίκης με τα πόδια ή να είσαι τυχερός και να βρεις ταξί. Εχθές είχε και ωραία μέρα και έτσι παρέμεινε, διώχνοντας βροχή, σύννεφα και κακή ενέργεια μακριά. Ανακάλυψα ότι οι μόνοι τελικά οι οποίοι ξέρουν πού βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο είναι οι περιπτεράδες για αυτό και εγώ πάντα τους εμπιστεύομαι για πληροφορίες, μεγάλη απόσταση/μεγάλη έρευνα εχθές. Μια μικρή, περιποιημένη αίθουσα εκδηλώσεων μάλλον, εξ ου και το πιάνο στο βάθρο, με μικρή προσέλευση και πιο χαλαρή παρουσίαση. Ένα πλήθος προσώπων, μαφιόζων στην πλειοψηφία τους, με αρχηγό τον Σωκράτη Ιακώβου, ιδιοκτήτη νυχτερινών μαγαζιών και από τους μεγαλύτερους εμπόρους ναρκωτικών. Η σύζυγος του Λίζα τον σιχαίνεται και βγαίνει με τον Ρόμπερτ που είναι ο καλός της υπόθεσης. Οι νόμοι της εκδίκησης επιβάλλουν την απαγωγή ενός μικρού παιδιού, της κόρης ενός δικηγόρου. Δεν μπορώ να σας δώσω όμως περαιτέρω πληροφορίες για την πλοκή γιατί δεν συγκράτησα καμία. Υπήρχε πολύ μεγάλο πρόβλημα στο σενάριο που για εμένα ήταν μια συρραφή ιδεών γκανγκστερικών ταινιών και μάλιστα άσχημα δοσμένων. Η εικόνα, αν εξαιρέσεις τα πλάνα με τις μαργαρίτες και την εισαγωγή στην ταινία που…κάτι μου θύμιζε, δεν παρουσίαζε τίποτα το ιδιαίτερο. Ενώ οι περισσότεροι από τους ηθοποιούς είτε ήταν ερασιτέχνες και υπερέβαλλαν είτε δεν βοήθησαν το γενικότερο υποτονικό και υπεραναλυτικό τμήμα. «Βρισκόμαστε σε ένα λαβύρινθο και ψάχνουμε να βρούμε την έξοδο...», αν κρατήσουμε το τελευταίο είμαστε σύμφωνοι. ![]() Συνέχεια στο «Ολύμπιον» όπου ο Κωνσταντίνος Κοντοβράκης προλόγισε την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε προς τιμήν του συμπαθέστατου Γουίλιαμ Κλάιν (προηγούμενη φωτό) που έλαβε τον Χρυσό Αλέξανδρο δια χειρός της γενικής διευθύντριας του φεστιβάλ Δέσποινας Μουζάκη και συνέχισε ο ίδιος στο χιουμοριστικό στιλ που λίγο νωρίτερα μας είχε εισάγει ο πρόεδρος του φεστιβάλ Γιώργος Χωραφάς. Αν και είναι σχεδόν ογδόντα χρονών παρέμεινε ως το τέλος της εκδήλωσης πρόθυμος να απαντήσει σε ερωτήματα και περιέγραψε μερικά «θαύματα» που είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, αν και ο ίδιος δήλωσε πως δεν πιστεύει. Φυσικά τα θαύματα αφορούσαν συγκυρίες που λειτούργησαν υπέρ του αποτελέσματος...Η ταινία είναι βασισμένη στο ορατόριο του Χέντελ «Ο Μεσσίας». Με περισσότερους από τους απαραίτητους επαγγελματίες τραγουδιστές και με πλήθος ερασιτεχνικών ομάδων που τραγουδούν παρασύρεσαι σε ένα ταξίδι μουσικό, με εικόνες άλλοτε σε αρμονία και άλλοτε σε αντίστιξη. Εικόνες από έρημο, καζίνο, διαφημίσεις, πόλεμο, κεντρικούς οδούς στις θεματικές ενότητες της παράδοσης, του Θείου Πάθους και της Ανάστασης συνδυάζονται με τις ερμηνείες των επαγγελματιών και με τις χορωδίες της αστυνομίας, της φυλακής, των τοξικομανών και τα Χριστούγεννα των άστεγων. Η δυστυχία του ανθρώπου κλείνει την ταινία και το ερώτημα «αν ο Θεός είναι μαζί μας τότε ποιος είναι εναντίον μας;» μένει να ηχεί στα αυτιά μας και να γυρεύει τις δικές μας απαντήσεις. Ο Κλάιν, κάποιες στιγμές γιατί τον βοήθησε η τύχη κι άλλες μέσα από εξαιρετικές συνθέσεις που ξεχειλίζουν ζωή, δημιουργεί μια ταινία που δεν θα δει ο καθένας με ευχαρίστηση είτε γιατί δεν είναι μια από τις πολλές με τις οποίες έχουμε γαλουχηθεί είτε γιατί η ευκολία έχει γίνει δεύτερη φύση μας αλλά άποψή μου είναι πως αν αφήσεις να παρασυρθείς από την μουσική και να καθοδηγηθείς μέσα από τις εικόνες θα κάνεις το δικό σου ταξίδι το οποίο δεν είναι και μικρό επίτευγμα... ![]() Για την τελευταία επιλογή μας για εχθές παραμείναμε στο «Ολύμπιον» μια που λόγω καθυστέρησης με την εκδήλωση της βράβευσης του Κλάιν οι αναγκαίες μετακινήσεις έξω, γύρω - γύρω και πάλι μέσα αλλά στο τέλος της ουράς δεν πραγματοποιήθηκαν. Εξάλλου ο κόσμος που θα παρακολουθούσε το «Διόρθωση» του Θάνου Αναστόπουλου είχε αρχίσει ήδη να εισέρχεται και ήταν πολύς. Η ταινία είναι μία από τις δύο ελληνικές που συμμετέχουν στο διεθνές διαγωνιστικό (και υπενθυμίζουμε ότι υποστηρίζεται από το Movieworld ως χορηγό επικοινωνίας σε όλη την πορεία της, από τα γυρίσματα μέχρι και την έξοδο της στις αίθουσες). Ένας άντρας για του οποίου το παρελθόν λίγα μαθαίνουμε – τόσα όσα απαιτούνται καθώς τα πρόσωπα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά, θα μπορούσαν να είναι οποιαδήποτε άλλα αν και η ταινία παίρνει ερέθισμα από ένα πραγματικό γεγονός. Ο Γιώργος λοιπόν έχει μόλις αποφυλακιστεί και περιπλανιέται στην τριτοκοσμική πλευρά της Αθήνας. Ενδιαφέρεται περισσότερο να κλείσει τους ανοιχτούς του λογαριασμούς με οτιδήποτε και οποιουσδήποτε συνέβαλλαν στο να οδηγηθεί στην εξαθλιωμένη κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Συχνάζει σε ξενώνες αστέγων, εργάζεται σε σουβλατζίδικο, κοιμάται σε χαρτόκουτα και προσπαθεί να διορθώσει τον πόνο που προκάλεσε με το να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή δίπλα στην οικογένειά του θύματος του, του θύματος της πράξης που τον έφερε στη φυλακή, αν βέβαια υποθέσουμε ότι δεν είναι και ο ίδιος ένα θύμα... Η βία που κρύβει ο καθένας μας μέσα του και εκφράζεται όταν υπάρξουν οι κατάλληλες περιστάσεις, αρκεί δηλαδή η απενοχοποίηση ότι το απαιτούσε η κατάσταση, ακόμα και αν θεωρητικά «τιμωρηθεί» τίποτα δεν αναιρεί το γεγονός ότι έχει εκφραστεί κι άρα τα σημάδια της θα υπάρχουν. Χωρίς να επιρρίπτονται ευθύνες πουθενά αλλά σε μια πρωτεύουσα που σιγοβράζει σε ένα καζάνι, μαζί με τύπους που η ίδια όρισε στο περιθώριο και με τις ζωές των ηρώων να μην αποτελούν εξαίρεση. Εκείνο που αδυνατώ να μην αναφέρω είναι πως στην αίθουσα που ήταν κατάμεστη από κόσμο ο οποοίος παρακολουθούσε ήσυχα – ή σχεδόν ήσυχα, ξέρετε πως είναι αυτά...- στη σκηνή του Επιταφίου όπου χοροστατούσε ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος δημιουργήθηκε ένα απίστευτο σούσουρο, βάλτε με το μυαλό σας τί μπορεί να ειπώθηκε δεξιά και αριστερά, σύμφωνα πάντα και με την επικαιρότητα... Λία Παππά ![]() Θρησκοληψίες και ενήλικα μα και παιδικά «τραύματα»... «Πατέρα Μου, Αφέντη Μου» ο τίτλος του πρώτου μου προορισμού για εχθές. Η πρώτη μεγάλη μήκους ταινία του Ντέιβιντ Βόλακ, τολμηρή όσο λίγες στη θεματολογία της αλλά και με διάθεση να μιλήσει ανοιχτά για ένα καυτό ζήτημα, τον θρησκευτικό φανατισμό, ζητεί την προσοχή μας. Πατέρας ραβίνος ο οποίος, μαζί με την εξίσου θεοσεβούμενη σύζυγο του, βλέπουν την πίστη τους να αμφισβητείται άθελα τους από τα καμώματα του νεαρού και γεμάτου περιέργεια γιου τους. Ο μικρός που δεν μπορεί να αντιληφθεί προς τί όλοι αυτοί οι θρησκευτικοί κανόνες και οπλισμένος με την αθωότητα που διακρίνει μόνο τα παιδιά προσλαμβάνει τον κόσμο από μιαν εντελώς διαφορετική οπτική γωνία από αυτή των του. Μια απροσεξία όμως από αυτές που όλοι οι γονείς απεύχονται θα οδηγήσει στο χαμό του αγοριού και, με τη σειρά του, αυτό θα κλονίσει μια για πάντα την πίστη των γονιών του, έστω και αν είναι το μόνο που τους απομένει...Το σχόλιο πάνω στο θρησκευτικό συντηρητισμό είναι κάτι παραπάνω και από ευδιάκριτο. Ο Ισραηλινός δημιουργός δεν μετράει τα λόγια του. Αν και το διακύβευμα θα γινόταν ακόμα πιο εμφανές με μια ιστορία διαμάχης μεταξύ δύο θρησκειών στο ίδιο χώρο – Εβραίοι και Παλαιστίνιοι είναι ένα θέμα που πάντα παίζει...– ο Βόλακ επιλέγει τα αθώα παιδικά μάτια για να εκφράσει το παράλογο της τυφλής υπακοής στην οποιαδήποτε πίστη. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα λόγια περιττεύουν η πλούσια όμως εικόνα, η αμήχανη σιωπή και το κλάμα είναι εξίσου εκφραστικά όσο ολόκληρες ώρες μονολόγων...Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δηλώνει άθεος και αν ίσως δεν καταφέρνει να κλονίσει την πίστη των θεατών αυτό που σίγουρα πετυχαίνει είναι να μας κάνει να αναρωτηθούμε αν έχει καμία αξία το μίσος, ο φανατισμός και η θρησκευτική μισαλλοδοξία. ![]() Επόμενη στάση το «Huddersfield» του Ιβάν Ζίβκοβιτς. Μια πιο ελαφριά αλλά εξίσου πλούσια σε νοήματα ταινία που παιδεύεται να αναγνωρίσει την ύπαρξη στην Σερβία μιας γενιάς που από πολλούς θεωρείται χαμένη εξαιτίας των πολέμων που βίωσε η χώρα την προηγουμένη δεκαετία. Τριαντάχρονος ακαμάτης άνδρας, μετά από μια αποτυχημένη μακροχρόνια σχέση, ζει υπό συνθήκες εξαθλίωσης και ανέχειας όχι από ανάγκη αλλά απλώς επειδή βαριέται να δουλέψει στα σοβαρά. Χωρίς καμία συστολή ανέχεται σε ημερησία βάση τις προσβολές του μεθύστακα και σπάνια σε νηφάλια κατάσταση πατέρα του ενώ η καθημερινή του πραγματικότητα συμπληρώνεται από την ανήλικη φίλη του και τον φίλο και γείτονά του που έχει ψυχολογικά προβλήματα και όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας. Η επίσκεψη ενός φίλου από τα παλιά, μαζί με τον τρίτο κολλητό της παρέας, βγάζει στην επιφάνεια πλευρές του χαρακτήρα των ηρώων που, αν όχι κακές, τουλάχιστον ως αρνητικές σίγουρα μπορούν να χαρακτηριστούν. Το «Huddersfield» παίζει συνεχώς μεταξύ κωμωδίας και δράματος. Παρά τη λεπτή αυτή ισορροπία όμως σίγουρα δεν φτάνει σε κανένα σημείο να εξελιχθεί σε μαύρη κωμωδία...Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο άλλωστε όταν οι ήρωες του δεν είναι χαρισματικοί τζέντλεμαν αλλά όσο γίνεται συνηθισμένοι τύποι μικροαστών σε μια κατεστραμμένη χώρα; Το πρωτογενές υλικό για την ταινία ήταν ομώνυμη επιτυχημένη θεατρική παράσταση πράγμα που φαίνεται στη θεατρικότητα του στησίματος, στους διαλόγους και στην κίνηση στον χώρο. Η επιλογή να μεταφερθεί στον κινηματογράφο με τον ίδιο τρόπο κρίνεται εξίσου επιτυχημένη αφού η προσοχή του θεατή επικεντρώνεται στα συναισθήματα και όχι τόσο στην εξέλιξη της πλοκής... ![]() Τελευταία προβολή για το πολυαναμενόμενο και υποψήφιο για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας «El Orfanato» του πρωτοεμφανιζόμενου Ισπανού Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα. Αν και «πάλεψα» για να μπω στην αίθουσα, ελέω του δυσλειτουργικού συστήματος – που προβλέπει πως όσοι έχουν δημοσιογραφικές διαπιστεύσεις μπορούν να πάρουν μηδενικής αξίας εισιτήρια μόλις δύο μέρες πριν την προβολή, όταν δηλαδή όσοι αγοράζουν κανονικά έχουν ήδη εξαντλήσει το απόθεμα –, μπορώ να πω πως η ταινία το άξιζε. Οφείλω να ομολογήσω πως πριν το δω είχα πολύ μεγάλες αμφιβολίες σχετικά με τους επαίνους που δεχόταν. Φοβόμουν πως το λόμπι του ισπανόφωνου κινηματογράφου είχε κάνει πάλι το θαύμα του, αποθεώνοντας κριτικά μιαν απλώς καλή ταινία για να τη μετατρέψει σε αριστούργημα. Έσφαλα...Μπορεί να μην είναι αριστούργημα όμως δικαιολογημένα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα από τα καλύτερα θρίλερ των τελευταίων ετών. Ο λόγος είναι πολύ απλός: Το ότι δεν προσπαθεί να τρομάξει το κοινό με φτηνά ειδικά εφέ - που πλέον έχει την δυνατότητα να μεταχειρίζεται και ο τελευταίος των σκηνοθετών στην έσχατη τριτοκοσμική χώρα - αλλά γιατί παίζει με τις αισθήσεις και την φαντασία του θεατή. Αυτό που κάνουν δηλαδή και τα (αληθινά) φαντάσματα...Το σενάριο τυπικό ενός γοτθικού θρίλερ: Γυναίκα επιστρέφει στο – εγκαταλελειμμένο πλέον – ορφανοτροφείο που έζησε μικρή για να το ξανανοίξει μαζί με τον γιατρό σύζυγο της ως σπίτι για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Όπως είναι φυσικό μαζί με το ζευγάρι μετακομίζει και ο πεντάχρονος γιος τους που θα αποκτήσει εκεί μια σειρά από (τί άλλο;) φανταστικούς φίλους…Με κίνδυνο να γράψω spoiler αντί κριτικής αφήνω εν μέρει την πλοκή για να εξηγήσω τί κάνει αυτό «Το Ορφανοτροφείο» ένα πραγματικά τρομαχτικό μέρος: Η διαπίστωση πως για να επιζήσουμε σε αυτόν τον κόσμο πρέπει να υποχωρήσουμε εν μέρει και σε έναν αντίστοιχο φαντασιακό. Ο Μπαγιόνα λοξοκοιτάει τόσο στα κλασικά του είδους όσο και στην αθέατη προσέγγιση του αγνώστου με Σπιλμπεργκ-ική μεθοδικότητα τύπου «Close Encounters Of The Third Kind» και απογειώνει το φιλμ με μια τρομερή στροφή στο τελευταίο εικοσάλεπτο...Δεν λέω όμως περισσότερα. Σε λίγους μήνες θα έχετε την ευκαιρία να το απολαύσετε! Μιχάλης Πατεράκης [Η πρώτη φωτογραφία είναι του Πέτρου Αλμπάνη] ![]() |
























