Τρίτη, 07 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχική Σελίδα Εξώστης Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 4

Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 4
Συντάχθηκε από τον/την The Movieworld Team   
Ημερομηνία Δημοσίευσης: Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007
 Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 4
Οι αλλαγές στο πρόγραμμα του φεστιβάλ είναι μερικές φορές τέτοιας έκτασης και τόσο απότομες ώστε ανατρέπουν ολικά και την οργάνωση και το πρόγραμμα των δικών μας ανταποκρίσεων...Θύμα μιας ανάλογης ανατροπής ήταν και το υπόδειγμα ευσυνειδησίας που ακούει στο όνομα Λία Παππά με αποτέλεσμα να στείλει την ανταπόκριση της για την Δευτέρα πολύ αργά το βράδυ της Τρίτης όμως ο editor δεν δέχτηκε τα απόλυτα αναίτια απανωτά «συγγνώμη» της και δεν πρόκειται αντίστοιχα να ζητήσει από εσάς. Γιατί όταν όλα γύρω σου καταρρέουν και αναπόφευκτα καταλήγουν στην έκφραση «γενικό μπάχαλο» είναι λίγο μάταιο να προσπαθείς να πας μόνος σου κόντρα στη φορά των γεγονότων... Bienvenidos…Espagna!!!
Πέρασε και η τέταρτη μέρα του 48ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Έτσι, στο άψε σβήσε...Το εικοσιτετράωρο έχει αποκτήσει άλλες διαστάσεις για όλους εμάς που παρακολουθούμε το φεστιβάλ, έχει επιμηκυνθεί. Τράβα, τράβα προσπαθώ κι εγώ να το ξεχειλώσω σε τριανταεξάωρο. Αλλά και πάλι τα κουκιά...ουπς, ταινίες δεν βγαίνουν…Το να διακτινιστείς είναι η μόνη λύση για να προλάβεις να συλλέξεις κάτι από κινηματογραφικές εικόνες και εμπειρίες…Το φεστιβάλ άρχισε κιόλας τις βραβεύσεις: Τιμητικές διακρίσεις, βραβεύσεις προσώπων, τελετές, χρυσοί Αλέξανδροι (έμβλημα της πόλης…), γεύματα…Μερικοί τυρβάζουν αλλού και δεν οσμίζονται τις επιθυμίες του κοινού και των «αληθινών» σινεφίλ. Ευτυχώς ο καιρός «έφτιαξε». Κρύο μεν, ήλιος δε...Ήταν μια Δευτέρα με λιακάδα, όπως και η ομότιτλη ταινία του Ισπανού σκηνοθέτη Φερνάντο Λεόν Ντε Αρανόα. Πού κολλάει αυτό; Μα στην ισπανική κινηματογραφική επέλαση στην πόλη. Και για όποιον γνωρίζει από ισπανικό κινηματογράφο μόνο τον Αλμοδόβαρ, άντε και τον Αμεναμπάρ, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να μάθει κι άλλα ονόματα.



Το φεστιβάλ εφέτος επέλεξε – και εύγε γι’ αυτό - να φωτίσει την πολυπλοκότητα και τα πολλά, διαφορετικά πρόσωπα αυτής της δραστήριας εθνικής κινηματογραφίας. Δέκα οκτώ ταινίες, όλες μυθοπλασίας εκτός ένα ντοκιμαντέρ (υπό την εποπτεία του «πολύ» Χαβιέ Μπαρδέμ) παραγωγής από το 2003 έως το 2007 και οι οποίες αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα των νέων δυνάμεων της ισπανικής κινηματογραφίας. Νωρίς εχθές το πρωί στις αίθουσες του λιμανιού πραγματοποιήθηκε ανοιχτή συζήτηση για το «Spanish cinema». Με ένα πολυάριθμο και ζωηρό πάνελ που συμπεριλάμβανε από νέους σκηνοθέτες και ηθοποιούς μέχρι τον γενικό διευθυντή του Ισπανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου Και Οπτικοακουστικών Μέσων και κριτικό κινηματογράφου των ισπανικών Cahiers Du Cinema. Αφού ευχαρίστησαν το φεστιβάλ για την πρόσκληση τονίζοντας - προς έκπληξη μου - ότι τέτοιες συζητήσεις όπως αυτή που ακολούθησε έχουν χρόνια να κάνουν στην Ισπανία τοποθετήθηκαν για αρκετά από τα θέματα/προβλήματα της δικιάς τους κινηματογραφίας αλλά και της ευρωπαϊκής σε σχέση με την αμερικανική. Σταχυολογώντας τα σημαντικότερα σημεία της ενδιαφέρουσας συζήτησης είχα στην πίσω άκρη του μυαλού μου και με βάση ότι «ισπανικό» είχα δει ότι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων Ισπανών σκηνοθετών είναι ότι έχουν καταφέρει να συνδυάζουν το σινεμά του δημιουργού με το να μη ξεχνούν ότι η ταινία είναι ένα κινηματογραφικό προϊόν που απευθύνεται στους θεατές. Αμ δε...Η συζήτηση με διέψευσε πανηγυρικά. Πολλά προβλήματα κι εκεί! Υλοποιούνται εκατόν πενήντα ταινίες ανά έτος μαζί με τις συμπαραγωγές και τα ντοκιμαντέρ, ένα νούμερο που διαρκώς αυξάνεται (εξήντα πέντε ήταν το 2000). Οι ισπανικές ταινίες καταλαμβάνουν περίπου το δέκα πέντε με είκοσι τοις εκατό του box office, οι θεατές όμως μειώνονται. Άβυσσος η ψυχή του θεατή; Μπα, ειπώθηκε απ’ το πάνελ. Προτιμά εύπεπτες «αμερικανιές», όταν δεν χρησιμοποιεί το Torrent για downloading…Μεγάλα προβλήματα έχουν κι εκεί με την TV, «μαυραγορίτες της ιστορίας» τους χαρακτήρισε εύστοχα κάποιος από το πάνελ. Δεν χρηματοδοτούν όπως λέει ο νόμος το ισπανικό σινεμά (αυτό κάτι μου θυμίζει…). Κάποιος σκηνοθέτης ανέφερε τη δύσκολη εξίσωση τέχνη + βιομηχανία= επιθυμητό αποτέλεσμα για όλους τους εμπλεκόμενους. Δύσκολα πράγματα...Και εμφανές ένα παράπονο, όλο το πάνελ ανέφερε ότι, παρ’ όλη την μεγάλη και πληθωρική θεματολογία τους, οι νέες ισπανικές ταινίες που γίνονται πλέον χωρίς εγχώρια μανιέρα δεν προσελκύουν κοινό…Διεθνικότητα, αυτό είναι το μυστικό, συμφώνησαν όλοι. Η κριτικός από τα ισπανικά «Τετράδια...» μίλησε για αδυναμία καθορισμού μιας νέας γενιάς Ισπανών κινηματογραφιστών διότι δεν υπάρχει κάποια κοινή συνισταμένη. Ελεύθεροι σκοπευτές οι περισσότεροι...Και μετά από μια, πικρή για εμάς εδώ στην Ελλάδα, αναφορά στις κινηματογραφικές σχολές της Ισπανίας (αυτές έβγαλαν τον πρωτοεμφανιζόμενο Χ. Μπαγιόνα της πρότασης για ξενόγλωσσο Όσκαρ, του «El Orfanato») ήρθε η στιγμή για ταινίες. Ισπανικές βεβαίως...



«Όσα Ξέρω Για Τη Λόλα» του Χαβιέ Ρεμπόλιο. Ο Λεόν είναι ένας μοναχικός, άεργος άνδρας που δεν έχει επαφή με κανέναν. Το μόνο του μέλημα είναι η φροντίδα της άρρωστης μητέρας του μέχρι τον θάνατό της. Για να διασκεδάσει τη μοναξιά του παρακολουθεί τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις σε έναν μικρό σιδηροδρομικό σταθμό...Μιαν ημέρα η Ντολόρες, μια Ισπανίδα, μετακομίζει στη γειτονιά και τραβάει τη προσοχή του Λεόν. Εν αγνοία της εκείνος πληροφορείται τις συναντήσεις της και συμμετέχει στη ζωή της, καταγράφοντας σε ένα σημειωματάριο κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητας της Ντολόρες η οποία δεν θα αντιληφθεί ότι κάποιος έχει γίνει η σκιά της παρά μόνον στο τέλος. Σίγουρα ένα δύσκολο, εγκεφαλικό project που απαιτεί «ειδική» μεταχείριση από τους θεατές. Με πολύ αργούς ρυθμούς, με δύο μόνο πρόσωπα (έξοχοι τόσο ο Μισέλ Αμπιτεμπούλ όσο και η Λόλα – «Volver» - Ντουένιας), με πολλή «σιωπή», άπειρα στατικά πλάνα, πολλές φορές κενά και μιαν αφήγηση και κινηματογράφηση απωθητική στην πλειοψηφία των θεατών που απαιτούν σπιντάτες ταινίες, εκρήξεις και σεξ. Κι όμως, εάν κάποιος «σκαλίσει» λίγο βαθύτερα θα ανακαλύψει μια ρομαντική ιστορία αγάπης, ένα homage στις ανθρώπινες, έστω και λίγο αλλόκοτες εμμονές, μια αριστοτεχνική γεωμετρική σπουδή κενών χώρων σε πλήρη αλληγορική αντίστιξη με την κενότητα των ηρώων. Ο Ρεμπόλιο «ταξιδεύει» στις αχαρτογράφητες περιοχές του ανθρώπινου ψυχισμού με ένα βλέμμα ηδονοβλεπτικό (που καθόλου όμως δε μοιάζει στο εφετινό «Hallam Foe») και με μια οπτική αποστασιοποιημένη, υπόκωφη που καταλήγει σε ένα αινιγματικά αθόρυβο εκ πρώτης όψης αλλά απόλυτα ταιριαστό φινάλε. Τολμήστε το!



Και πάνω που αναρωτιόμουν «γιατί δεν έχω δει ακόμη κακή ταινία στο φεστιβάλ, κάτι δεν πάει καλά...». Αλλά όλα τα καλά έχουν ένα τέλος: «Η Στιγμή Σου» του εικοσιπεντάχρονου Γιόνας Κουαρόν, ναι, γιου του διάσημου Μεξικανού σκηνοθέτη Αλφόνσο Κουαρόν. Αυτός ήταν κι ο λόγος – πιθανολογώ...- που μπήκε η ταινία του στο διεθνές διαγωνιστικό. Σίγουρα μια κακή στιγμή του διαγωνιστικού, μια μόνο κατ’ επίφαση ταινία αφού αποτελείται από αλλεπάλληλα φωτογραφικά stills, έγχρωμα και ασπρόμαυρα, τραβηγμένα με μικρές χρονικές διαφορές το ένα από την άλλο. Αυτό δεν είναι κινηματογράφος, προβολή slide σε προτζέκτορα είναι, φωτογραφικό άλμπουμ ίσως...Μάλλον στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ του Μαρτίου ταιριάζει παρά εδώ. Το ανύπαρκτο στόρι αναλώνεται στο εξής: Τραβάμε φωτογραφίες και μετά προσπαθούμε να τις συνδέσουμε. Νηπιακό επίπεδο, πάλι καλά που οι φωτογραφίες έχουν ενδιαφέρον και κάπου εκεί στη μέση μπαίνει και μια λανθάνουσα ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μιαν Αμερικανίδα πιτσιρίκα και σε έναν ακόμη πιο πιτσιρίκο Μεξικανό για να δώσει κάποιο ρυθμό. Άντε να δούμε τί βαθμολογία θα συγκεντρώσει…



Το «La Soledad» του Χάιμε Ροσάλες - που βρήκε και ελληνική διανομή - με αφετηρία μια τρομοκρατική επίθεση στη Μαδρίτη ερευνά τον ψυχικό πόνο των ηρώων του και ταυτόχρονα εξετάζει τα όρια της ανθρώπινης δύναμης για επιβίωση. Καταδεικνύει τον ανθρώπινο πόνο αλλά και την δύναμη που κρύβουμε μέσα μας σε δύσκολες στιγμές. Πόνος και επιβίωση σε ένα φιλμ αργόσυρτο, άνισο το οποίο όμως διαθέτει μία τουλάχιστον μεγάλη αρετή, σε πολλές σεκάνς κινηματογραφείται σε δύο οθόνες, «picture in picture» δηλαδή. Έτσι βλέπουμε τη δράση σε δύο διαφορετικά δωμάτια, σε δύο διαφορετικά σπίτια. Έξυπνο τρικ που αποφορτίζει συναισθηματικά το φιλμ - αφού σπάνια βλέπουμε δύο ήρωες face to face στο φακό - και του προσδίδει νεύρο και ρυθμό. Αν δεν είχε (αναίτια...) και τόσο μεγάλη διάρκεια…Και η ημέρα τελειώνει με πάρτι, έστω και μόνο για ένα βλέφαρο. Στην αποθήκη Δ’ οι Θεσσαλονικιοί Dread Astaire έπαιξαν μουσικές πάνω στο φιλμ «Empire II» του Έιμος Πο…
Πέτρος Αλμπάνης



Για την καλή και ικανή συντάκτρια...τα τρία πρώτα φεστιβάλ είναι τα μόνα δύσκολα!
...Κάπου εκεί χάνει η μάνα το παιδί και αυτό βρίσκεται να βουτά στην τεχνητή λιμνούλα που σχημάτισε πρόσφατα η βροχή στο πλακόστρωτο - και όχι τίποτα άλλο, είναι και βαθιά...- και μεταξύ δεύτερου και τρίτου καφέ και ευτυχώς έγκαιρης παρατήρησης μικροαλλαγών στις δημοσιογραφικές προβολές βρεθήκαμε τελικά στην ταινία του Νάε Κάρανφιλ «Φιλανθρωπία» (επόμενη φωτό, από το τμήμα «Ματιές Στα Βαλκάνια»). Ο σκηνοθέτης και μέλος της κριτικής επιτροπής του διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος του φεστιβάλ βρισκόταν εκεί, στην αίθουσα «Σταύρος Τορνές», για να παρουσιάσει την ταινία από το αφιέρωμα που φέρει το όνομά του. Στα λίγα λόγια που είπε, μάλλον πολλά περισσότερα από άλλους βέβαια, έγινε αμέσως κατανοητό πως είχαμε να κάνουμε με έναν πολύ καλό παραμυθά. Μην βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα, ο χαρακτηρισμός αυτός αναφέρεται φυσικά στη γλαφυρότητα και την κωμικότητα της διήγησης του και όχι στο περιεχόμενο της. Οπως μας είπε σε μιαν ειδική προβολή στο Σικάγο για τη ρουμανική διασπορά συνάντησε έναν συμπατριώτη του που του είπε πως εδώ και δέκα χρόνια προσπαθεί με κάθε τρόπο να προβάλλει την κουλτούρα και τη χώρα τους και πώς θα μπορούσε να συνεχίσει να το κάνει μετά από την ταινία του. Οπότε ο Κάρανφιλ, φέρνοντας του ως παράδειγμα το «Ο Νονός», τον ρώτησε πώς μπόρεσε να μετακομίσει σε μια περιοχή τόσο διεφθαρμένη όσο αυτή που παρουσίαζε αυτή η ταινία. Στη συνέχεια αστειευόμενος ανέφερε πως όλες οι ρουμάνικες ταινίες παρουσιάζουν τόση θλίψη και σκοτεινιά που σε κάνουν να θέλεις να αυτοκτονήσεις και συμπλήρωσε πως και η δική του έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, ότι δηλαδή έκανε μια σκοτεινή, θλιβερή και αυτοκτονική…κωμωδία! Ο Οβίντιου είναι ένας τριανταπεντάχρονος δάσκαλος που ζει ακόμα με τους γονείς του και δεν μπορεί να επιβληθεί ούτε καν στους μαθητές του. Ονειρεύεται να γίνει σπουδαίος συγγραφέας αλλά το πρώτο και μοναδικό βιβλίο που τύπωσε με θυσίες έχει μηδενική ζήτηση. Όταν η Ντιάνα, η πανέμορφη αδελφή ενός μαθητή του εισβάλλει στο γραφείο του αλλά και στην καρδιά του, πρέπει οπωσδήποτε να την κερδίσει. Όμως η δική της καρδιά περνά από το πορτοφόλι και ο μόνος τρόπος για να το γεμίσει ο Οβίντιου λέγεται «Filantropica», δηλαδή...φιλανθρωπία. Οι φιλανθρωπίες συνήθως βοηθούν τους φτωχούς και αυτό το πρωτοπόρο και επικερδές ίδρυμα τους βοηθά προσφέροντας ιδέες ζητιανιάς ανάλογα με το χαρακτήρα του καθενός και λαμβάνοντας φυσικά τα υψηλά ποσοστά του από τα...«πνευματικά» δικαιώματα. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πόσο ευρηματικός μπορεί να γίνει ο διευθυντής του γραφείου προκειμένου να αυξήσει το κέρδος του, εξάλλου είναι τόσο καλός που δεν αρκείται σε κοινότοπες ζητιανιές. Ένας ξεκαρδιστικός τρόπος - πολλές φορές σκέφτηκα ότι με το τρανταχτό μου γέλιο θα ενοχλώ τους διπλανούς αλλά ήταν μάλλον απασχολημένοι κι εκείνοι γελώντας – να αποδώσεις αυτό που λένε «έκανε τη ζητιανιά επάγγελμα». Και τί επάγγελμα! Άξιο πολλών βραβείων...Διότι ακόμα και οι ζητιάνοι έχουν την διαστρωμάτωση τους, αρκεί να έχεις υποκριτικό ταλέντο και μια προσοδοφόρα ψευτιά για να πουλήσεις. Το λαμπρό σενάριο του Νάε Κάρανφιλ συμπληρώνεται από σκηνοθετικές πινελιές που αναδεικνύουν τις αλλαγές των διαθέσεων, τονίζουν την επινοητικότητα και μεγεθύνουν την ασχήμια της εκμετάλλευσης και της κατάντιας.



Κι από εκεί στο «Τζον Κασσαβέτης» - δεν πήγαμε και μακριά, στην αντικρινή αίθουσα – για την τελευταία…νοηματικά ταινία της Γιασμίν Αχμάντ, το «Ανησυχίες» («Gubra») και την γνώριμη μας Ορκέντ. Η ταινία αφηγείται δύο ιστορίες που ουσιαστικά δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Στη μια κεντρικός χαρακτήρας είναι ξανά η Ορκέντ, παντρεμένη πια αλλά με ένα σύντροφο που την απατά, τον πατέρα της να κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του και τις αναμνήσεις του Τζέισον να ζωντανεύουν σταδιακά. Στη δεύτερη δύο ιερόδουλες που αντιμετωπίζουν τα προσωπικά τους προβλήματα και τον κοινωνικό ρατσισμό δέχονται βοήθεια από μια θρησκευόμενη οικογένεια προσπαθώντας να πατήσουν στα πόδια τους. Αγγίζοντας ένα θέμα ταμπού στην κοινωνία της όπου οι ιερόδουλες υφίστανται τρομερό ρατσισμό η Αχμεντ προσπαθεί με γλυκύτητα να προσεγγίσει την ουσιαστική ανθρώπινη συμπεριφορά και να γεφυρώσει τις διαφορές μέσα από την αγάπη. Παραθέτοντας δύο παράλληλες ιστορίες αγάπης και πόνου σκιαγραφεί τη σημερινή εικόνα της μαλαισιανής οικογένειας και θρησκευτικής λατρείας μετριάζοντας αυτή τη φορά τις κωμικές εξάρσεις αλλά εξακολουθώντας να τηρεί τις τακτικές που είχε τουλάχιστον στο «Μάτια Σχιστά». Η αλήθεια είναι πως αν δεν έχεις δει τουλάχιστον την προαναφερθείσα ταινία δεν θα έχεις νοηματικά κενά για το πώς φτάσαμε ως εδώ αλλά περισσότερο συναισθηματικά. Δεν θα καταλάβεις ποιο το νόημα της σκηνής που πέφτει στους τίτλους τέλους και θα φύγεις νομίζοντας ότι είδες απλά μια καλή ταινία…ενώ είδες μια καλύτερη!



Φινάλε της βραδιάς με την ειδική προβολή στο «Σταύρος Τορνες» όπου έγινε η απονομή των βραβείων Balkan Fund, δηλαδή του βαλκανικού ταμείου ανάπτυξης σεναρίου που συμβάλει στην καθιέρωση νέων σεναριογράφων και σκηνοθετών. Τα βραβεία έλαβαν οι δημιουργοί των projects «Rio», «The Poor Little Things», «First Of All, Felicia» «Mother» ενώ ειδικές μνείες έλαβαν τα «Metastases» και «Some Other Stories», το τελευταίο μάλιστα για το ιδεολογικό του περιεχόμενο. Όλη η απονομή - λόγω διαγωνιζόμενων - έγινε στα αγγλικά χωρίς μετάφραση και έμοιαζε κάτι προσωπικό στο οποίο ήμασταν μάλλον παρείσακτοι. Ακολούθησε η ταινία της Χαντάν Ιπεκτσί που είχε λάβει το χρηματικό βραβείο του διαγωνισμού το 2004. Ο Αλί, παρόλο που δεν είναι ο μεγαλύτερος, είναι ο πιο αποφασισμένος από την οικογένεια να διατηρήσει την υπόληψη τους καθαρή σκοτώνοντας την ανιψιά του που τους ατίμασε. Η Ζουχρέ όμως - όπως ανακαλύπτει χρόνια μετά παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για τα εγκλήματα τιμής - είναι ζωντανή και έτσι ξεκινά ένα κυνηγητό ώστε να χυθεί για άλλη μια φορά αίμα. Η θέση της γυναίκας είναι πίσω από τον άντρα και με σκυμμένο κεφάλι, η παράδοση υπερέχει του νόμου λόγω του φόβου και η ανάγκη τήρησής της δεν γνωρίζει συγγένειες και ηλικίες. Μια ταινία που ξεπερνά τις δύο ώρες, κάνοντάς μας όσο ξεκαθαρίζει η ιστορία που παίζει με το flashback να ανησυχούμε ολοένα και περισσότερο για την τελική έκβαση. Η βία σε όλο της το μεγαλείο, η ψυχολογική και σωματική βία εναντίον των γυναικών ως φυσική προέκταση της διαμόρφωσης της κοινωνίας και της ανοχής του νόμου...
Λία Παππά
[Οι φωτογραφίες είναι του Πέτρου Αλμπάνη, εκτός από αυτές των ταινιών]



 
the_million_dollar_hotel.jpg
photo94.jpg
photo7.jpg
photo4.jpg
photo3.jpg
photo9.jpg
photo5.jpg
photo6.jpg
photo8.jpg
photo2.jpg
photo93.jpg
photo1.jpg
photo92.jpg