| Ημερολόγιο Φεστιβάλ 2007 3 |
| Συντάχθηκε από τον/την The Movieworld Team |
| Ημερομηνία Δημοσίευσης: Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007 |
![]() Η Θεσσαλονίκη έχει ήδη αρχίσει να ζει σε τρελούς και αδυσώπητους ρυθμούς, ήτοι τρέξιμο από μια αίθουσα σε άλλη χωρίς να ξέρεις τελικά πού πας και τι θέλεις να δεις. Αρκετές ταινίες είναι sold out, μεγάλες ουρές στα ταμεία – το γνωστό πρόβλημα με τα μηδενικά εισιτήρια, επιτέλους εκδώστε αριθμημένα! - και ο κόσμος γεμίζει εκτός από τις αίθουσες (και τα σκαλιά...) όλους τους χώρους των Αποθηκών που βρίσκονται στο λιμάνι. Τα καφέ στην Αποθήκη Γ, οι χώροι εκδηλώσεων και το εστιατόριο στο χώρο του φεστιβάλ είναι γεμάτα από σινεφίλ που έχουν έρθει από κάθε περιοχή της Ελλάδας αλλά και του κόσμου. Η ταλαιπωρία για να φτάσεις στην σκοτεινή αίθουσα είναι μεγάλη αλλά γλυκιά – τί θα ήταν άλλωστε ένα φεστιβάλ χωρίς ταλαιπωρία…Το φεστιβάλ είναι μια διαρκής δημιουργική άνοιξη σε μια πόλη κατά τα άλλα συντηρητική, θρησκόληπτη και ιδιαιτέρως μολυσμένη, Το δεκαήμερο του Νοέμβρη όμως μεμιάς όλα αλλάζουν. Ένα απέραντο κινηματογραφικό σκηνικό, εντός και εκτός κινηματογραφικής αίθουσας, σε γκαλερί, masterclasses, στις συζητήσεις και φυσικά στα πάρτι (εντούτοις σε όποια ταξί κι αν μπήκα κανείς δεν ήξερε έστω και κάτι για το φεστιβάλ...Στο αντίστοιχο φεστιβάλ της Ρώμης πριν λίγο καιρό διάβαζα ότι η καμπάνια του ήταν τόσο πλατιά που έφτανε διαφημιστικό υλικό στα σπίτια!). Και αναλογιζόμενος τί μπορεί να χαρακτηρίζει το φετινό Φεστιβάλ κατέληξα στο αυτονόητο – μερικοί σφυρίζουν αδιάφορα - ότι πρόκειται για μια διοργάνωση τύπου multiplex… ![]() Αυτό που με δυσαρεστεί και νομίζω και αρκετούς άλλους είναι η αλόγιστη πληθώρα τίτλων και αφιερωμάτων μόνο και μόνο για να αποδείξουμε ότι μπορέσαμε να κλείσουμε «πολλά πράγματα». Πολυπραγμοσύνη; Δεν ξέρω…Σίγουρα όμως ξέρω ότι κάποια πράγματα που ήθελα να δω σίγουρα θα τα χάσω…Έτσι εχθές έχασα ένα τμήμα του «μαθήματος» του κυρίου Τζον Μάλκοβιτς, πενήντα τεσσάρων ετών πλέον παρακαλώ. Με τους όρθιους να ξεπερνούν τους καθήμενους, θυμίζοντας περυσινά μεγαλεία με Βέντερς - Σάλες, πρόλαβα να συγκρατήσω τα εξής ενδιαφέροντα από το…μυαλό του Τζόν Μάλκοβιτς (παρεπιμπτόντως αργότερα έμαθα ότι μόλις είχε προλάβει να φτάσει στην πόλη, με μία μόνο αλλαξιά και μια βαλίτσα να αναζητείται στα αεροδρόμια...). Στο μυαλό του... Ουίλιαμ Φόκνερ επιχείρησε να μπει ο διάσημος ηθοποιός Τζον Μάλκοβιτς όταν ρωτήθηκε για τη «συνταγή» των καλών ταινιών». Ο Μάλκοβιτς επικαλέστηκε τον νομπελίστα συγγραφέα σύμφωνα με τον οποίο η «συνταγή είναι γράφουμε για να λέμε ιστορίες με αδιαμφισβήτητες αλήθειες. Να μιλάμε για την αγάπη, τη συμπόνια και τη θυσία. Ίσως πρέπει να τα ξαναδιδαχθούμε όλα αυτά. Μέχρι τότε όμως, μέχρις ότου τα κατανοήσουμε, θα υπάρχει σ΄ όλους μας η κατάρα των σύγχρονων προβλημάτων», δήλωσε χαρακτηριστικά. Σε ερωτήσεις για το μέλλον του κινηματογράφου ο Μάλκοβιτς δήλωσε πως «είναι δύσκολοι καιροί για τον κινηματογράφο το μέλλον του οποίου είναι ασαφές. Η έλευση των νέων μέσων δημιούργησε προβλήματα. Πριν τριάντα χρόνια όσοι ενδιαφέρονταν για μια ταινία θα πήγαιναν να τη δουν στον κινηματογράφο. Σήμερα μπορεί να περιμένει κάποιος να τη δει μετά από μερικά χρόνια». Όσο για την διαβόητη ταινία με...θέμα τον ίδιο («Being J. Malkovich» δήλωσε πως δεν είναι σίγουρος ότι ήταν γι' αυτόν μια φιλοφρόνηση. «Ίσως θα ένιωθα καλύτερα αν τη σκηνοθετούσα. Δεν χρειαζόμουν απαραίτητα εγώ. Θα μπορούσε κι άλλος να παίξει το ρόλο». Χμ…Και εκεί στα τελειώματα ο παραγωγός του Ράσελ Σμιθ να λέει ότι ένας καλός ηθοποιός στο θέατρο μπορεί να είναι λιγότερο καλός στην οθόνη αλλά ένας μέτριος ηθοποιός του κινηματογράφου δεν μπορεί να γίνει καλύτερος στο θέατρο… ![]() Αλίμονο, ούτε έναν καφέ δεν μπορείς να πιεις σ’ αυτό το φεστιβάλ! Όλο και κάτι γίνεται ενόσω εσύ χαζεύεις αμέριμνος το πολύχρωμο πλήθος να τριγυρνάει αυτάρεσκα, χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο. Έτσι πέτυχα και τη συνέντευξη Τύπου της κριτικής επιτροπής του διαγωνιστικού. Μια ετερόκλητη ομάδα, από διαφορετικές ηπείρους, χαμένο…στη μετάφραση! Εκεί ήταν και η Αργεντινή σκηνοθέτρια Λουκρέσια Μαρτέλ που χρόνια πριν είχε εντυπωσιάσει με το «Ο Βάλτος της» της μα και ο παραγωγός (μεταξύ άλλων στα «The Pledge» του Σον Πεν και στο «Οι Τρεις Ταφές Του Μελιάδες Εστράντα») Μάικλ Φιτζέραλντ. ![]() Η Γιασμίν Αχμάντ είναι μία σκηνοθέτρια, παραγωγός και ηθοποιός από τη Μαλαισία. Θα αναρωτηθείτε εάν υπάρχει σινεμά στη Μαλαισία...Όλα συγκλίνουν στο όνομα της πενηντάχρονης δημιουργού. Η Αχμάντ ανήκει σε μια γενεά κινηματογραφιστών από τη Μαλαισία που προσπαθούν μέσα από το έργο τους να «εκσυγχρονίσουν» την εικόνα της χώρας τους, απαλλάσσοντάς την από το orientalism. Εστιάζοντας στις αντιφάσεις μιας πολυφυλετικής κοινωνίας, πάντα μέσα από μια ευαίσθητη, ανθρωποκεντρική και «δυτική» ματιά, η Αχμάντ αμφισβητεί ανοιχτά τα στερεότυπα με τα οποία μεγάλωσε και δεν διστάζει να συνδιαλεχθεί με θέματα ταμπού, όπως αυτά των διαφυλετικών ερωτικών σχέσεων. Έναν τέτοιο έρωτα παρουσιάζει και το βραβευμένο «Μουχσίν» του 2006, έναν έρωτα ανάμεσα σε έναν δωδεκάχρονο μουσουλμάνο και μία εντεκάχρονη Μαλαισιανή. Τα δυο παιδιά γνωρίζονται κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού, γίνονται κολλητοί, πετάνε χαρταετούς, ονειροπολούν στα κλαδιά ενός δέντρου. Μέχρι που ο Μουχσίν εξομολογείται τον έρωτά του στην Ορκέντ κι εκείνη τον απορρίπτει…Σίγουρα δεν πρόκειται για μια ταινία μελοδραματική. Η δημιουργός επιλέγει ως «όχημα» της μυθοπλασίας και φορέα του σχολίου της την Ορκέντ, μια κοπέλα που αντιπαρατίθεται στα αρχέτυπα της χώρας της έχοντας μεγαλώσει μέσα σε μια οικογένεια που τη σέβεται, την αγαπά και της συμπεριφέρεται με γενναιοδωρία, δίνοντας της ανοιχτούς ορίζοντες και συναισθηματική νοημοσύνη. Η Ορκέντ, όπως εκμυστηρεύτηκε στο Q & A στο τέλος της ταινίας η Αχμάντ, ενσαρκώνει σε ένα μεγάλο βαθμό την κοσμοθεωρία της ίδιας, είναι ένα alter ego της. «Είμαι αισιόδοξη και συναισθηματική, ιδίως για τους ανθρώπους που θεωρούν πως το να είσαι κυνικός και ψυχρός είναι “cool”» σχολίασε στο τέλος. Η ταινία της, ένα οδοιπορικό - κατάβαση στην παιδική ψυχή, βρίθει από χιούμορ και λυρισμό. Χωρίς σοβαροφάνεια και ίχνος επιτήδευσης παραδίδει ένα πολυδιάστατο πορτρέτο ενός κοριτσιού που ενηλικιώνεται και αντιμετωπίζει τη διάψευση των ονείρων της. Μια βιωματική ιστορία ανάμεσα στην ελευθεριότητα και τα «πρέπει». Με αιθέρια, indie, πολύχρωμη αφήγηση, κατάστικτη από ηχοχρώματα…ζούγκλας που θα ζήλευε η Μιράντα Τζουλάι στο «Εγώ, Εσύ Και Ολοι Οι Γνωστοί» και με μια σεκάνς αληθινής μαγείας (η γιαγιά, οι γονείς, η Ορκέντ και ο αδελφός της χορέυουν ένα κομμάτι της Νίνα Σιμόν με τη συνοδεία εντομοκτόνου…) η δημιουργός κάνει ένα σινεμά μοντέρνο, εμπνευσμένο, αισιόδοξο. ![]() «Μέντα Καραμέλα» ο τίτλος μιας γλυκόπικρης ταινίας του αφιερώματος του φεστιβάλ στον Κορεάτη Λι Τσνγκ - Ντογκ ο οποίος έχει διατελέσει και υπουργός πολιτισμού στη χώρα του…Αν κάτι ξέρει πολύ καλά κάτι ο δημιουργός αυτό είναι σίγουρα να λέει ιστορίες. Την βιρτουοζιτέ της αφήγησης σίγουρα την οφείλει στο συγγραφικό του παρελθόν. Μέσα από ένα ιδιότυπο flashback παρακολουθούμε την πορεία του Γουόνγκ Χο. Από την οδυνηρή ιστορία του στο στρατό ως του να γίνει μέλος του team βασανιστηρίων της αστυνομίας μέχρι το bizarre τέλος - αρχή. Ενδιάμεσα φυσικά χωράει μια ανεκπλήρωτη ερωτική ιστορία. Ένα σενάριο πολύπλοκο που διαμελίζεται τεχνηέντως σε επτά μικρές ιστορίες, όσες και οι σημαντικοί σταθμοί στην διαδρομή του ήρωα (αποκάλυψη ο Σολ Κινγκ Γιου). Επτά διλήμματα και κρίσιμα σταυροδρόμια στα οποία ο ήρωας πήρε λανθασμένες αποφάσεις…Με επαναληπτικό μοτίβα στην αρχή κάθε ενός κεφαλαίου ένα τρένο σε σταυροδρόμι και ανθρώπους να πηγαίνουν προς τα πίσω ο σκηνοθέτης δημιουργεί μια ζαλιστική, εξόχως εθιστική ατμόσφαιρα που θυμίζει νουάρ, θρίλερ, σπονδυλωτό δράμα. Μέσα από μια αφήγηση που κινείται ανάποδα στο χρόνο δημιουργεί υπογείως ένα συγκλονιστικό πορτρέτο των αλλαγών που συνετελέστηκαν στην πατρίδα του τα τελευταία είκοσι χρόνια. Με αλλεπάλληλα traveling στις δραματικές σκηνές και με μια κάμερα κολλημένη στον ώμο του πρωταγωνιστή που όμως δεν μας αφήνει να ταυτιστούμε απόλυτα με το δράμα. Μια διαρκής υπαρξιακή αναζήτηση με φροϋδικές πινελιές, μια σπουδή στο χρόνο που καθώς κυλά αφήνει θετικά αλλά και αρνητικά στοιχεία. Έξοχη δουλειά τόσο στη φωτογραφία όσο και στο…μακιγιάζ. Φιλμ διπόλων (αγάπη - μίσος, γέννηση – θάνατος) που εάν δεν ήταν τόσο άνισο στις μικρές ιστορίες του σίγουρα θα αποτελούσε την έκπληξη μέχρι στιγμής…Άντε να δούμε, θα έρθει τελικά η Άζια Αρζέντο; Πέτρος Αλμπάνης ![]() Φωτογραφικές αναμνήσεις και κυριολεκτικά επώδυνο ασιατικό παρόν... Το σίγουρο με αυτό το φεστιβάλ είναι ότι δεν μοιάζει με κανένα άλλο που έχουμε παρακολουθήσει! Οι προθέσεις μας και οι επιλογές μας μπορούν να αλλάξουν από στιγμή σε στιγμή και ανάλογα πάντα με τον κόσμο που θα συναναστραφείς. Έτσι αντί για κάποια προβολή επισκεφτήκαμε το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης για να παρακολουθήσουμε την έκθεση φωτογραφίας του Γουίλιαμ Κλάιν. Ο φακός του Κλάιν μοιάζει να εντοπίζει τις πιο ασφυκτικές εικόνες ή καλύτερα να μετατρέπει πολλές φορές μέσα από το καδράρισμα την εικόνα σε κάτι θορυβώδες και ζωντανό. Η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφίες της Νέας Υόρκης (1954 - 55), του Τόκιο (1961), της Μόσχας (1959 - 60), της Ρώμης (1956, 2005) του Παρισιού (1957 έως σήμερα) και ανέκδοτες φωτογραφίες της Ελλάδας από το 1957 μέχρι το 1963. Όλα αυτά εμπλέκονται με φωτογραφίες από παρασκήνια μόδας και αφίσες από τις ταινίες του μεταφέροντας σε κάθε φορά σε μια διαφορετική εποχή αλλά - εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων – όχι και σε μια διαφορετική διάθεση γιατί εκείνο που κυριάρχησε ήταν ένα είδος περίεργης νοσταλγίας για εποχές που έχουν περάσει και ένα κριτικό μάτι πάνω σε συνήθειες ή αξίες που δύσκολα αλλάζουν. Κοντοσταθήκαμε λιγάκι περισσότερο σε ελληνικές φωτογραφίες γιατί πέρα από γνώριμα και μη πρόσωπα ένιωθες την ανάγκη να εντοπίσεις ένα οικείο μέρος, έστω κι αν οι μαντεψιές σου δεν ήταν εύστοχες. ![]() Αργότερα φτάσαμε στο «Φρίντα Λιάππα» όπου προβαλλόταν το «Ο Βούδας Λιποθύμησε Από Ντροπή» της Χάνα Μαχμαλμπάφ. Μια συμπαραγωγή Ιράν και Γαλλίας που τη συναντούμε στο τμήμα «Focus: Σύγχρονοι Πόλεμοι» του φεστιβάλ. Ένα από τα πιο μακροπρόθεσμα κακά του πολέμου που σε βάζουν σε μια επικίνδυνη τροχιά βίας είναι ότι καταστρέφει την παιδικότητα των παιδιών. Κάτω από το άγαλμα του Βούδα που καταστράφηκε από τους Ταλιμπάν ζουν χιλιάδες οικογένειες. Η ταινία της Μαχμαλμπάφ ακολουθεί ένα εξάχρονο κορίτσι, την Μπακτάι που έχοντας αποφασίσει να πάει στο σχολείο όπως ο μικρός αλλά επιμελής γείτονάς της αναγκάζεται να περάσει έναν κυκεώνα δοκιμασιών. Πρώτα πρέπει να βρει μόνη της τρόπο να εξασφαλίσει χρήματα για να αποκτήσει το πολυπόθητο τετράδιο, έπειτα να ανακαλύψει πού είναι το σχολείο. Στο δρόμο της θα συναντήσει μια παρέα αγοριών που έχοντας για όπλα ξύλα, για κιάλια τα χέρια τους, κάποιους κρατούμενους σε μια σπηλιά και γενικά μεγάλη ευρηματικότητα και γνώση πολεμικών τακτικών και οι οποίοι θα βασανίσουν τη Μπακτάι με απίστευτο μίσος, με επίκεντρο τα μάτια της. Σκοπός του παιχνιδιού τους είναι να πεθάνεις. «Πέθανε Μπακτάι, πέθανε! Αν πεθάνεις τότε θα είσαι ελεύθερη», φωνάζει ο μικρός γείτονάς της. Πώς να σχολιάσεις μια τέτοια φράση; Το κλίμα της φτώχιας, θρησκευτικά μίση και κατεστραμμένες παιδικές ψυχές και πάνω από όλα η αστεία πολλές φορές επιμονή της Μπακτάι να πάει στο σχολείο για να μάθει αστείες ιστορίες και η αντίστασή της στους κανόνες του «παιχνιδιού». Το ποιος θα έπρεπε να λιποθυμήσει από ντροπή είναι ένα βασικό θέμα σε αυτή την ταινία… Λία Παππά [Οι φωτογραφίες είναι του Πέτρου Αλμπάνη, εκτός από αυτές των ταινιών] ![]() |






















