Κυριακή, 01 Αυγούστου 2010
Αρχική Σελίδα Εξώστης ΑνεμοΔέκτης 20

ΑνεμοΔέκτης 20
Συντάχθηκε από τον/την Εβίτα Λύκου   
Ημερομηνία Δημοσίευσης: Δευτέρα, 01 Ιουνίου 2009
1anemodektisΗ Εβίτα Λύκου προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την απουσία που προκαλεί η δική μας παρουσία σε έναν διαφορετικό χώρο και χρόνο... ή η έλλειψη όσων δεν είναι σε μια δεδομένη στιγμή μέσα μας και γύρω μας. Τα οποία μπορεί να είναι πράγματα, μέρη, άνθρωποι ή και μια ολόκληρη χώρα - ή ίσως και μόνον η ιδέα της και τα όσα αυτή συμβολίζει...

 

Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω από τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά
κάνε να σε ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του τόπου μου κι εγώ
Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ
κρατώντας μία σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες
Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε με γνώριζε
[Μανώλης Αναγνωστάκης, 1945]


Το να βρίσκεσαι μακριά απ' το σπίτι σου...Κάπου εκεί μπαίνει τελεία. Γιατί δεν είναι εύκολο να συνεχίσεις την πρόταση αυτή. Τί είναι το να βρίσκεσαι μακριά απ' το σπίτι σου; Κατά μιαν ανάγνωση είναι «έλλειψη». Το σπίτι σου σου λείπει και η απουσία σου γίνεται αισθητή σ' αυτούς που άφησες πίσω. «Οδύνη». Κάθε απομάκρυνση ενέχει πόνο, κρύβει μια μικρή απόγνωση...Κάθε μικρή απόδραση προϋποθέτει ένα είδος πληγής, την πληγή που προκύπτει από έναν ομφάλιο λώρο που κόβεται αναπόφευκτα. Ο λόγος της αποχώρησης δεν είναι πάντα και απαραιτήτως δυσάρεστος. Η διαμονή σου κάπου «αλλού» δεν είναι σε καμία περίπτωση αναγκαία επαχθής. Η παραπάνω συνθήκη όμως δεν αλλάζει το γεγονός ότι μια αποχώρηση είναι πάντα η αιτία για την δημιουργία ενός δυσαναπλήρωτου κενού. Και το κενό είναι διπολικό, την απουσία την αισθάνεται και ο ίδιος ο απουσιάζων. Θέλεις επειδή την δημιούργησε, θέλεις γιατί η νοσταλγία των άλλων αντανακλά επάνω του αδυσώπητα, θέλεις γιατί η αποστείρωση των συναισθημάτων δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί είναι όμως γεγονός ότι όπως θα έλεγε και ο λαϊκός βάρδος: «Κι αυτούς που φεύγουν/κι αυτούς που μένουν/οι μοίρες μ' απονιά/πάντα τους δέρνουν». Σκεφτόμουν γράφοντας την προηγούμενη πρόταση πως υπερβάλλω, ότι πολύ τραγικοποίησα τα πράγματα. Μετά έψαξα στο google το προαναφερθέν τραγούδι γιατί ήθελα να βεβαιωθώ πως θυμάμαι σωστά τους στίχους που σημείωσα. Το πρώτο αποτέλεσμα που βγάζει η μηχανή αναζήτησης για τους όρους «αυτοί που φεύγουν» είναι το ίδιο το τραγούδι, η ηχητική/οπτική του μορφή στο youtube. Ακούγοντάς το κατέληξα πως δεν υπερβάλω, τουλάχιστον για τα δικά μου κριτήρια καθώς και η υπερβολή είναι μέγεθος σχετικό - όπως και οτιδήποτε άλλο άλλωστε. Δεν μπορώ ας πούμε να μην θυμάμαι μιαν ημέρα του περασμένου Οκτώβρη, γύρω στις επτά το πρωί, όταν καθώς περνούσα τον έλεγχο των διαβατηρίων στο Ελευθέριος Βενιζέλος και ενώ πίσω μου κουνούσαν το μαντίλι υπερβολικά περισσότερα απ' όσα θα έπρεπε - δεδομένης της ηλικίας μου - μέλη της οικογένειάς μου έσφιγγα τα χείλη για να μην ξεσπάσω σε δάκρυα που τελικά δεν απέφυγα. Και να ‘μαι τώρα εδώ, σχεδόν οκτώ μήνες αργότερα, χωρίς να έχω καθόλου μετανιώσει για την αναχώρησή μου αυτή, να επεξεργάζομαι με χαρά σχέδια για μόνιμη εγκατάσταση σε μια χώρα που δεν είναι αυτή στην οποία γεννήθηκα χωρίς όμως να μπορώ ν' αποτινάξω ούτε την αίσθηση της έλλειψης ούτε την αιωρούμενη πίκρα που δεν οφείλω να αισθάνομαι.
1an201
Το συναίσθημα αυτό δεν είναι μόνιμο...Σε χτυπά πισώπλατα εκεί που το περιμένεις λιγότερο. Σκάει σαν κύμα μέσα σου ακριβώς τη στιγμή που η θάλασσα σου είναι ήρεμη και γαλήνια όσο ποτέ. Οι αφορμές είναι συχνά καθαρά προσχηματικές. Πριν μερικές ημέρες έβαλα να παίζει στο DVD player το «Serpico» του Σίντεϊ Λιούμετ, ένα φιλμ του 1973 με τον Αλ Πατσίνο στο ρόλο του τίμιου αστυνομικού που ταράζει την καλά τακτοποιημένη ισορροπία ανάμεσα στον υπόκοσμο και τις δυνάμεις του νόμου της Νέας Υόρκης. Πρώτη εικόνα το αστεροστεφανωμένο όρος της Paramount. Κατόπιν οι τίτλοι της ταινίας πέφτουν, άσπρα γράμματα σε μαύρο φόντο, με επένδυση τον ήχο της σειρήνας ενός περιπολικού: «Dino De Laurentiis Presents» και συνεχίζει «Al Patsino» και κατόπιν «in Serpico» και αμέσως μετά «music by Mikis Theodorakis». Δεν θα ήταν απολύτως σωστό να πούμε ότι ο Θεοδωράκης έχει γράψει το soundtrack της ταινίας καθώς η συμβολή του περιορίζεται σχεδόν καθ' ολοκληρίαν σε έναν διαρκώς επαναλαμβανόμενο θέμα. Ο θεατής το ακούει πρώτη φορά γύρω στο τέταρτο λεπτό, πρόκειται για τη μουσική που γνωρίζουμε από την μελοποίηση του ποιήματος του Μανόλη Αναγνωστάκη «Δρόμοι Παλιοί». Το να ακούς την γνώριμη, οικεία - που σε φέρνει νοερά κοντά στον εγκαταλελειμμένο «οίκο» σου - αυτή μουσική με τους θλιμμένους στίχους να τρέχουν στο μυαλό σου σε τόση ένταση ώστε σχεδόν τους αφουγκράζεσαι να προφέρονται κρυμμένοι πίσω από το φόντο της Αμερικής του ‘70. Η εμπειρία γίνεται πιο σπαρακτική ακόμα όταν, εκτός από τη μουσική που πάντα στέκεται αρωγός στην μνημονική κατάβαση σε μονοπάτια του παρελθόντος, το περιεχόμενο της ταινίας έρχεται να χτυπήσει καμπανάκια που θα ηχήσουν ακόμα πιο θλιβερά και σπαραξικάρδια. Το «Serpico» είναι ένα φιλμ που μιλά για τη διαφθορά. Όχι για τον αδιάφθορο αστυνομικό που πηγαίνει κόντρα σε όλους τους προκαθορισμένους απ' την κλίκα του κανόνες...Μιλά για την ισοπεδωτική, τρομακτική δύναμη της διεφθαρμένης εξουσίας που δεν μπορεί η ατομικότητα να υπερκεράσει. Πώς μπορεί λοιπόν μια Ελληνίδα, βυθισμένη στην νανουριστική ακινησία της αγγλικής επαρχίας να μην σκεφτεί παράλληλα με την εξέλιξη της πλοκής της ταινίας μια χώρα, δυόμιση χιλιάδες μίλια μακριά, τυλιγμένη από γαλανά νερά μα και πνιγμένη από την διαφθορά και την αδιαφορία;

1an202

Όταν είσαι μακριά τα νέα έρχονται σαν απόηχος αλλά αντιλαλούν και γιγαντώνονται μόλις φτάσουν στ' αυτιά σου. Κάθε φορά που φτάνει το περιστέρι από την Ελλάδα δεν έχει τυλιγμένα στο λαιμό του χαρμόσυνα νέα. Η γκάμα των συναισθημάτων ακροβατεί ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο. «Τί κάναμε σ' αυτή τη χώρα;» αναρωτιέσαι όταν μπορείς να δεις από απόσταση το μέγεθος της καταστροφής. Και δεν μπορείς ν' αποφασίσεις. Να συνεχίσεις να πονάς, έστω από μακριά; Να αποπειραθείς ν' αδιαφορήσεις; Μπορείς με την «ασήμαντη παρουσία σου» ν' αλλάξεις κάτι; Αξίζει πια να το επιχειρήσεις; Δεν έχω απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές. Λες «μπόρα είναι θα περάσει» κι αυτή γίνεται όλο και πιο δυνατή, όλο και πιο βίαιη. Πριν από λίγες ημέρες χάθηκε ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης. Μπορείς να κρατήσεις το ηθικό ψηλά; Να αποφύγεις τον πειρασμό να πεις πως όλοι οι άξιοι σ' αυτό τον τόπο παίρνουν σιγά - σιγά τον δρόμο χωρίς γυρισμό ενώ μόνον οι φελλοί και...άλλα πράγματα που επιπλέουν μένουν πίσω;
1an203
Μάη μήνα είναι η επέτειος και ενός άλλου θανάτου...Αν ακολουθήσουμε τα ίχνη της μουσικής του Θεοδωράκη πίσω στο 1969 θα πέσουμε πάνω στην ταινία του Κώστα Γαβρά «Ζ», μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Βασίλη Βασιλικού. Η ταινία αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 από το παρακράτος της δεξιάς. Οι λεπτομέρειες της δολοφονίας, σαράντα έξι χρόνια μετά, δεν έχουν ακόμα διαλευκανθεί πλήρως και οι πιθανότητες να προκύψουν σαφείς και πιστοποιημένες πληροφορίες εξαφανίζονται όσο τα χρόνια περνούν. Πιο τραγικό αυτού είναι το γεγονός ότι η συλλογική μνήμη - η μνήμη αυτών που μένουν - φθίνει και ο λαός ξεχνά. Ξέχασε την δολοφονία του Λαμπράκη, ξέχασε τί σημαίνει δεξιά, ξέχασε τους δικούς του κόπους και θυσίες δεκαετιών που σε κανένα σύστημα αξιών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί το να ξεπληρώνονται έτσι. Ας κάνω μια παύση. Όποιος κι αν είχε γράψει αυτό το κείμενο δεν θα μπορούσε ν' αποφύγει στο συγκεκριμένο σημείο τον στίχο του Σεφέρη: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει». Γι' αυτό είναι άλλωστε οι ποιητές, για να λένε σε μια αράδα αυτά που άλλοι πασχίζουν να πουν σε σελίδες ολόκληρες. Ήξερε τι έλεγε ο ποιητής κι ας έγραφε τα λόγια αυτά μόλις το 1936...Λίγο παραπάνω από εκατό χρόνια Ελλάδα και είχε ήδη προφτάσει ν' αναπτύξει όλα τις ανωμαλίες και τις παραξενιές που μας απελπίζουν μέχρι σήμερα. Ας μην δίνουμε όμως περισσότερη βαρύτητα απ' όσο πρέπει σε μια απλή παραδοχή ότι όπου κι αν ταξιδέψεις, όσο μακριά κι αν πας, η Ελλάδα σε πληγώνει...Σε πληγώνει γιατί εκεί βρίσκεται το σπίτι των παιδικών σου χρόνων και η πλατεία όπου έσκισες το γόνατό σου τρέχοντας μικρός. Η μυρωδιά χιλιάδων καλοκαιριών πάνω στο κύμα και του φθινοπωρινού ψιλόβροχου όταν ζαλωμένος την πελώρια σχολική σάκα έτρεχες ξελιγωμένος απ' την πείνα στο οικογενειακό τραπέζι, μόνο και μόνο για να στραβομουτσουνιάσεις αμέσως και να κρεμάσεις έξω τη γλώσσα σε γκριμάτσα αηδίας γιατί σε σέρβιραν πάλι φακές ή φασολάκια λαδερά. Τώρα βρίσκεσαι - βρίσκομαι - πολύ μακριά απ' αυτά. Σε έναν τόπο που μυρίζει φρέσκο χορτάρι και εκατόφυλλα τριαντάφυλλα και όπου για το ψητό της Κυριακής βράζουν τις πατάτες πριν τις βάλουν στον φούρνο. Το καλοκαίρι έρχεται παραπατώντας αμφίβολα ανάμεσα στη βροχή και τον καύσωνα και κοιτώντας πίσω βλέπεις τον Θεοδωράκη αποκαθηλωμένο, τον Λαμπράκη ξεχασμένο, την παιδική σου ηλικία παρελθόν και κυρίαρχη ερώτηση σχετικά με τις επερχόμενες ευρωεκλογές το αν πρέπει την ημέρα εκείνη να κάνεις ηλιοθεραπεία με μπικίνι ή τόπλες. Είναι λες κι ένας πελώριος κι αδυσώπητος άνεμος φύσηξε και πήρε μαζί του όλες τις αξίες που είχαν απομείνει στον τόπο αυτόν που ακόμα μας αρέσει ν' αποκαλούμε Ελλάδα. Και κάθεται ο «ξενιτεμένος», βολεύεται στην χρυσή βεβαιότητα της απόστασης και παρατηρεί, βλέπει και...υποφέρει. Να γυρίσει δεν μπορεί και δεν θέλει, να στρέψει το βλέμμα μακριά δεν γίνεται, να επέμβει και ν' αλλάξει τα πράγματα αδυνατεί. Ετσι κι αλλιώς έχει πια φύγει...Μα πώς μπορεί να συνεχίσει κανείς να πονά για τη φυγή αυτή; Και πώς μπορεί να πάψει;

1an204

 
the_million_dollar_hotel.jpg
photo94.jpg
photo7.jpg
photo4.jpg
photo3.jpg
photo9.jpg
photo5.jpg
photo6.jpg
photo8.jpg
photo2.jpg
photo93.jpg
photo1.jpg
photo92.jpg