Τρίτη, 07 Σεπτεμβρίου 2010
Αρχική Σελίδα Φουαγιέ «Kill Your Idols»: «Η καταναλωτική κοινωνία μας δεν έχει πια για να καταναλώσει παρά μόνο τον ίδιο τον εαυτό της...»

«Kill Your Idols»: «Η καταναλωτική κοινωνία μας δεν έχει πια για να καταναλώσει παρά μόνο τον ίδιο τον εαυτό της...»
Συντάχθηκε από τον/την Θάνο Μαντζάνα   
Ημερομηνία Δημοσίευσης: Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2004
Μια συνέντευξη που από αλλού ξεκίνησε, από αλλού πέρασε και αλλού κατέληξε και κλείνει (με τον πιο ταιριαστό ίσως τρόπο) τον κύκλο των κειμένων μας για τις εφετινές «Νύχτες Πρεμιέρας». Να ζητήσω κατ’ αρχή συγγνώμη που τρομερός φόρτος εργασίας με έκανε να καθυστερήσω δυο – τρεις ημέρες παραπάνω την δημοσίευση αυτής της συνέντευξης. Ετσι και αλλιώς όμως ήταν η τελευταία από όσες πήρε το Movieworld στη διάρκεια των «Νυχτών Πρεμιέρας», μόλις μία ημέρα πριν από την τελετή λήξης του φεστιβάλ και την επομένη της προβολής του «Kill Your Idols» στο αληθινά κατάμεστο «Απόλλων».

Σάββατο απόγευμα λοιπόν, σε ένα ξενοδοχείο του ήσυχου πια downtown και κάθομαι απέναντι στο σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ για τη μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης που τόσο είχε συζητηθεί, πριν ακόμα από την προβολή του. Και ήταν αυτό ακριβώς το περιεχόμενο του βέβαια που με έκανε να θέλω να πάρω ο ίδιος τη συνέντευξη από τον δημιουργό του και όχι να την αναθέσω σε κάποιον συντάκτη μας...Η πρώτη έκπληξη, για να μην πω και μικρό σοκ, ήταν η εμφάνιση του ανθρώπου που βρισκόταν μπροστά μου. Ο Σ. Α. Κρέιρι δεν έχει καμία σχέση με αυτό που λέμε «ροκ φάτσα», μεταξύ μας ούτε καν με Αμερικανό δεν μοιάζει και τόσο πολύ! Ευγενέστατος, με απρόσμενα χαμηλής έντασης φωνή και λεξιλόγιο που δεν περιέχει σχεδόν καθόλου «αμερικανισμούς», πολύ έξυπνος και με φανερή την παιδεία του στον τρόπο που μιλάει αλλά και φέρεται, σκέφτεται πολύ και προσεχτικά πριν απαντήσει και στην πιο απλή ακόμα ερώτηση σου. Ενας πολύ συμπαθητικός άνθρωπος με άλλα λόγια αλλά και ένας αληθινός διανοούμενος, δίχως ψευτο-κουλτούρα μεν αλλά και πιο κοντά μάλλον στην ευρωπαϊκή έννοια του όρου...Και στη συνέχεια μου επιφύλασσε πολλές ακόμα ανατροπές!

Ο Σ. Α. Κρέιρι γεννήθηκε στη Χαβάη αλλά όταν ήταν δέκα ετών η οικογένεια του μετακόμισε στη Νέα Υόρκη όπου και ζει από τότε. Είναι μόλις είκοσι έξι ετών και το «Kill Your Idols» είναι η πρώτη και μοναδική μέχρι στιγμής ταινία του. Ο ίδιος ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει την ενθουσιώδη αντίδραση του κοινού το προηγμένο βράδυ και δε δίσταζε να δείξει όχι μόνο την χαρά αλλά και την ευγνωμοσύνη που ένιωθε για αυτό...

Από το βιογραφικό σου ξέρω ότι ξεκίνησες από τα εικαστικά, είσαι ζωγράφος. Αυτή η ταινία ήταν λοιπόν κάτι το ευκαιριακό για εσένα ή σκοπεύεις να ασχοληθείς περισσότερο με τον κινηματογράφο στο μέλλον;

Σ. Α. Κρέιρι: Ω, μα φυσικά και θα το ξανακάνω. Ηταν τόσο συναρπαστική εμπειρία που δεν βλέπω την ώρα να την επαναλάβω!

Τέρμα λοιπόν η ζωγραφική για εσένα; Εχεις χάσει το ενδιαφέρον σου για αυτήν;

Σ. Α. Κ.: Δεν είναι ακριβώς έτσι αλλά...Κοίταξε, υπάρχουν πολλοί λόγοι που δεν έχω πια τόσο κέφι για ζωγραφική. Πριν απ’ όλα το όλο κύκλωμα των εικαστικών είναι πολύ διεφθαρμένο, ειδικά στη Νέα Υόρκη. Μετά είναι ότι πλέον δεν βρίσκω τόσο εύκολα έμπνευση...Τα πάντα έχουν πια δοκιμαστεί και γίνει, ειδικά στη ζωγραφική μάλιστα εδώ και πολλές δεκαετίες. Ούτως ή άλλως η εποχή μας, αυτό που αποκαλούμε μεταμοντέρνα κοινωνία, έχει σχεδόν χρεοκοπήσει από ιδέες, πολιτισμό και πνεύμα...Ζούμε σε «καιρούς – φαντάσματα»! Η γενιά μου είναι η πρώτη που ζει τόσο πολύ, σχεδόν απόλυτα, κάτω από την κυριαρχία των media και της κατανάλωσης. Χρειάστηκαν περίπου είκοσι χρόνια για τη νέα γενιά για να φτάσει να κάνει την κατανάλωση τρόπο ζωής και τελικά το καταφέραμε! Εχουμε υπολογιστές, Internet, αναρίθμητα περιοδικά για το lifestyle, την τηλεόραση να παίζει συνέχεια και όλα αυτά να μας βομβαρδίζουν καθημερινά με χιλιάδες χιλιάδων πληροφορίες. Το μόνο που ξέρουμε πια είναι να καταναλώνουμε και μάλιστα έχουμε ξεπεράσει ακόμα και αυτό το σημείο: Καταναλώσαμε τα πάντα και τώρα το μόνο που μένει στην καταναλωτική μας μανία είναι να καταναλώσει τον ίδιο τον εαυτό της! Κατανάλωσε για να υπάρχεις...

Αδιαφορείς λοιπόν πια εντελώς για τον τρόπο έκφρασης που είχες διαλέξει αρχικά;

Σ. Α. Κ.: Οχι ακριβώς...Θα έλεγα ότι στο μέλλον θα προσπαθήσω να τον συνδυάσω με το σινεμά.

Τι σε έκανε να γυρίσεις αυτό το ντοκιμαντέρ; Είσαι φανατικός μουσικόφιλος;

Σ. Α. Κ.: Σίγουρα μου αρέσει πολύ η μουσική αλλά δε θα έλεγα ότι είμαι και ο πιο ενημερωμένος οπαδός...Οχι, για να πω την αλήθεια κάποιοι με προσέγγισαν και μου πρότειναν να κάνω ένα ντοκιμαντέρ για το no wave της δεκαετίας του ’70. Ηταν δική μου ιδέα να ασχοληθώ και με τη σημερινή μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης και να την παρουσιάσω δίπλα και παράλληλα με την προηγούμενη, κάνοντας έτσι δύο πράγματα ταυτόχρονα αντί για μόνο ένα.

Φαντάζομαι όμως ότι θα ήσουν fan του no wave, έτσι δεν είναι;

Σ. Α. Κ.: Για να είμαι ειλικρινής όχι! Είχα ακούσει πολύ λίγα πράγματα και, όταν αναζήτησα μερικούς δίσκους πριν αρχίσουμε τα γυρίσματα, διαπίστωσα ότι είχαν ήδη καταργηθεί αρκετό καιρό. Μόνον όταν τελειώσαμε πια κατόρθωσα να βρω και να ακούσω κάποια πράγματα...

Αυτό που λες είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Αντίθετα δηλαδή με ότι θα πίστευε κανείς, αντί να μαθαίνεις στον θεατή κάτι που ξέρεις μάθαινες και εσύ μαζί του;

Σ. Α. Κ.: Αυτό δεν είναι καθόλου ψέμα! Περισσότερο και από αυτό όμως με ενδιέφερε να δείξω την ιστορία και την εξέλιξη κάποιων ιδεών. Δεν ήθελα τόσο πολύ να κάνω μια ταινία για την τότε και την τώρα μουσική σκηνή της Νέας Υόρκης όσο το να δείξω την πορεία που ακολούθησαν κάποιες ιδέες σε αυτή την περιοχή διαμέσου του χρόνου.

Δεν είναι λοιπόν ένα μουσικό ντοκιμαντέρ;

Σ. Α. Κ.: Δε θα το έλεγα! Οχι πάντως για εμένα...

Σου αρέσουν τουλάχιστον τα νέα συγκροτήματα της πόλης;

Σ. Α. Κ.: Η ταινία γυρίστηκε το 2002, μόλις ένα χρόνο μετά από την μαζική εμφάνιση πολλών νέων γκρουπ στη Νέα Υόρκη. Πολλά από αυτά με είχαν συναρπάσει στην αρχή, δε θα ξεχάσω π. χ. ποτέ την πρώτη φορά που είδα τους Yeah Yeah Yeahs. Σύντομα όμως η όλη υπόθεση άρχισε να με κουράζει και υπάρχουν πολλά συγκροτήματα που εμφανίζονται στην ταινία, άσε με να τα θυμηθώ κιόλας (παίρνει το flyer του φιλμ στα χέρια του και διαβάζει τα ονόματα των γκρουπ) που με εκνευρίζουν και με ενοχλούν, τόσο σαν μουσικοί όσο και ως άνθρωποι. Αυτούς που πραγματικά λατρεύω είναι οι Sonic Youth, όχι τυχαία δηλαδή τους μόνους που συνδέουν την παλαιότερη και τη νεότερη σκηνή, το τότε με το τώρα. Από εκεί και πέρα νομίζω ότι η σημαντικότερη φράση της ταινίας, το σημείο – κλειδί της, είναι αυτό που λέει ο Martin Rev των Suicide, ότι δηλαδή η όλη ιστορία τότε ξεκίνησε σαν μια αντίδραση στα πολλά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα της εποχής. Και το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, Αφγανιστάν, Ιράκ, τρομοκρατία...

Είναι περίεργο όμως ότι, ενώ λες αυτό, δεν υπάρχει στην ταινία καμία αναφορά στην ενδεκάτη Σεπτεμβρίου.

Σ. Α. Κ.: Εγώ ήθελα πάρα πολύ να υπάρχει! Τους ρώτησα όλους για αυτό, τους μεγαλύτερους και τους νεότερους, σχεδόν κανείς όμως δε θέλησε να απαντήσει. Τόσο καιρό μετά και οι Πύργοι εξακολουθούν να είναι το μεγαλύτερο ίσως «ταμπού» για την Αμερική...Μόνον η Lydia Lunch μίλησε ανοιχτά για όλα αυτά, όπως θα είδες. Επρόκειτο μάλιστα αυτά της τα λόγια να ήταν και το φινάλε της ταινίας, μετά όμως σκέφτηκα ότι θα ήταν υπερβολικό όταν όλοι σχεδόν οι άλλοι ήταν τόσο απρόθυμοι να σχολιάσουν το παραμικρό...Στην πραγματικότητα η καταστροφή είναι το θέμα της ταινίας, η επίδραση που είχε στη ζωή της πόλης και των ανθρώπων της, έστω και με παράδειγμα μόνο μια συγκεκριμένη κοινότητα, αυτή των μουσικών. Αλλωστε και η όλη προσοχή που άρχισαν να έχουν τα νέα συγκροτήματα της Νέας Υόρκης ήρθε μετά την ενδεκάτη Σεπτεμβρίου, σαν θετική αντίδραση και συμπαράσταση μάλλον για αυτό το γεγονός.

Πες μου την αλήθεια, προτιμάς την παλαιότερη ή την τωρινή γενιά;

Σ. Α. Κ.: Τουλάχιστον αυτοί της δεκαετίας του ’70 ήταν αυθεντικοί, είχαν και άποψη και μια ιδεολογία γι’ αυτό που έκαναν. Οι σημερινοί είναι όλοι κακομαθημένα πλουσιόπαιδα που μαζεύτηκαν στη Νέα Υόρκη από κάθε γωνιά της Αμερικής – σχεδόν κανείς τους δεν έχει γεννηθεί εκεί – και δε θέλουν, μάλλον και δεν μπορούν, να μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο εκτός από τον ίδιο τον εαυτό τους. Γνήσια τέκνα της Αμερικής των τελευταίων χρόνων, με άλλα λόγια...Και, δυστυχώς, ούτε αυτοί ούτε κανείς άλλος δε φαίνονται διατεθειμένοι να κάνουν κάτι, έστω το ελάχιστο, για να αλλάξει αυτή η κατάσταση.

Με αυτά που λες να υποθέσω ότι δε θα ψηφίσεις τον Μπους;

Σ. Α. Κ. (γέλια): Λες να τον ψηφίσω;

Γιατί όμως;

Σ. Α. Κ.: Αρκεί μόνο να κοιτάξεις αυτόν και όσους είναι μαζί του και θα το καταλάβεις!

Οι επόμενες δουλειές σου θα είναι και πάλι ντοκιμαντέρ;

Σ. Α. Κ.: Η μυθοπλασία με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο...Είναι βέβαια νωρίς ακόμα γι’ αυτό, δέχομαι πολλές προτάσεις και οι περισσότερες είναι για ντοκιμαντέρ και μάλιστα μουσικά. Δε θέλω μεν να το κάνω αλλά θα υπάρξει τουλάχιστον ένα ακόμα μουσικό ντοκιμαντέρ. Είναι βλέπεις η πόρτα που μου άνοιξε και δε θέλω φυσικά να την κλείσω αλλά και, δεν το κρύβω, τα χρήματα που δεν μπορώ να τα αρνηθώ εύκολα...Οχι τουλάχιστον αυτή τη στιγμή!

Με όσα σε ακούω να λες τόση ώρα, να υποθέσω ότι με τις ταινίες σου θέλεις να πας κόντρα στο κατεστημένο, στο «σύστημα»;

Σ. Α. Κ.: Οχι, θα ήταν υπερβολικό να πω κάτι τέτοιο, το σύστημα είναι πανίσχυρο. Μου αρκεί να κάνω τους ανθρώπους να σκέφτονται λίγο περισσότερο και πιο συνειδητά...

Φιλοδοξία ιδιαίτερα μετριοπαθής αλλά και πολύ ευγενική και, αντίστοιχα, αρκετή για να με κάνει – παρά τις όποιες αντιρρήσεις μου για το «Kill Your Idols» - να περιμένω με πολύ ενδιαφέρον την επόμενη δουλειά του...
 
the_million_dollar_hotel.jpg
photo94.jpg
photo7.jpg
photo4.jpg
photo3.jpg
photo9.jpg
photo5.jpg
photo6.jpg
photo8.jpg
photo2.jpg
photo93.jpg
photo1.jpg
photo92.jpg